Αντικατάσταση μαύρων σφραγισμάτων με Ευρωπαϊκή «εντολή» | dete

Αντικατάσταση μαύρων σφραγισμάτων με Ευρωπαϊκή «εντολή»

Τη σταδιακή μείωση του αριθμού των εμφράξεων οδοντιατρικού αμαλγάματος (δηλαδή τα μαύρα σφραγίσματα) μέχρι το 2030, προβλέπει κανονισμός της ΕΕ.

Ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για τον Υδράργυρο είναι ένα ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το Περιβάλλον που εναρμονίζει το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο με τη Σύμβαση της Μιναμάτα. Η πρόθεση των νομοθετών ήταν να μειώσουν την ποσότητα του υδραργύρου, περιλαμβανομένου αυτού από το οδοντιατρικό αμάλγαμα, στο Περιβάλλον.

Όπως σχολιάζει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας Αθανάσιος Δεβλιώτης, η ΕΕ προτείνει την κατάργηση του οδοντιατρικού αμαλγάματος για την προστασία του περιβάλλοντος και όχι γιατί αποτελούν απειλή για την υγεία.

«Το οδοντιατρικό αμάλγαμα με το χαρακτηριστικό μεταλλικό του χρώμα που περιέχει υδράργυρο και χρησιμοποιείται για πάνω από 150 χρόνια από οδοντιάτρους, έχει αρχίσει να καταργείται. Θεωρείται από τα πιο ανθεκτικά υλικά αποκαταστάσεων και δεν αποτελεί απειλή για την υγεία. Οπότε, οι ασθενείς που έχουν μαύρα σφραγίσματα στο στόμα τους δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πανικοβάλλονται γιατί δεν κινδυνεύουν να εμφανίσουν κάποιο νόσημα. Η κατάργησή του από την ΕΕ συνίσταται για την προστασία του περιβάλλοντος», υπογραμμίζει ο κ. Δεβλιώτης.

Πώς το οδοντιατρικό αμάλγαμα βλάπτει το περιβάλλον

Ο πρόεδρος της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, εξηγεί πως «με την τοποθέτηση ή αφαίρεση των μαύρων σφραγισμάτων κάποια ποσότητα περισσευμάτων πηγαίνει μέσω της αποχέτευσης των οδοντιατρείων στη θάλασσα και στο υπέδαφος, προκαλώντας απόβλητα ενώσεων υδραργύρου που ανακυκλώνονται στο περιβάλλον. Ο υδράργυρος μπορεί να εντοπιστεί στον αέρα, στις τροφές και στο νερό». Προσθέτει ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΕ, κάθε οδοντιατρείο πλέον πρέπει να είναι εφοδιασμένο με ειδικές «παγίδες» αμαλγάματος για να μη διαφεύγουν υπολείμματα προς την αποχέτευση.

Πότε αφαιρούνται τα μαύρα σφραγίσματα

Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, η αφαίρεση των μαύρων σφραγισμάτων προτείνεται μόνο σε περιπτώσεις που αυτό κρίνεται απαραίτητο για ιατρικούς λόγους, όπως όταν υπάρχει επανατερηδονισμός ή κάταγμα δοντιού.

Συγκεκριμένα, «αν μία έμφραξη αμαλγάματος είναι ανατομικά ακέραια, δεν προκαλεί συμπτώματα και ευαισθησίες στα δόντια και δεν κατακρατεί τροφές στο μεσοδόντιο διάστημα, δεν υπάρχει κανένας λόγος αντικατάστασής της. Όταν το μαύρο σφράγισμα είναι «ταλαιπωρημένο», έχει υποστεί ρωγμές, έχει αποκολληθεί από τους οδοντικούς ιστούς ή το δόντι εμφανίζει ευαισθησία στο ζεστό- κρύο, πρέπει να προχωρήσουμε σε αντικατάσταση».

Βέβαια, όπως αναφέρει, υπάρχουν και ασθενείς που επιθυμούν να αφαιρέσουν τα μαύρα σφραγίσματα μόνο για αισθητικούς λόγους. Τα λευκά σφραγίσματα «μιμούνται» το φυσικό χρώμα των δοντιών και έχουν καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα από τα μαύρα σφραγίσματα.

Περιπτώσεις στις οποίες η καλύτερη επιλογή είναι το οδοντιατρικό αμάλγαμα

Ο κ. Δεβλιώτης, προσθέτει πως υπάρχουν όμως και περιπτώσεις για τις οποίες η καλύτερη επιλογή είναι το οδοντιατρικό αμάλγαμα. «Συγκεκριμένα, σε ειδικούς ασθενείς, σε ασθενείς με προβλήματα συμπεριφοράς που δεν μπορούν να ακολουθήσουν τις οδηγίες του οδοντιάτρου την ώρα της θεραπείας και σε θεραπείες υπό γενική αναισθησία προτιμάμε να τοποθετήσουμε εμφράξεις αμαλγάματος για την επίτευξη ενός ασφαλούς και ικανοποιητικού αποτελέσματος. Στα δύσκολα σφραγίσματα και όταν είναι δύσκολη η επίτευξη στεγνού περιβάλλοντος στο στόμα προτιμάμε τα μαύρα σφραγίσματα για καλύτερη διατήρηση του αποτελέσματος». Διευκρινίζει ότι η ρητίνη είναι πιο «ευαίσθητο» υλικό και αν ο οδοντίατρος έχει έναν ασθενή που δεν συνεργάζεται για να δημιουργηθεί στεγνό περιβάλλον, είναι πολύ πιθανό το λευκό σφράγισμα να ξεκολλήσει και ο ασθενής να αναγκαστεί να επισκεφθεί ξανά τον οδοντίατρό του.

Πάντως, σύμφωνα με τον κανονισμό της ΕΕ, καταλήγει ο πρόεδρος της Ελληνικής Οδοντιατρικής Ομοσπονδίας, οι εμφράξεις οδοντιατρικού αμαλγάματος πρέπει πλέον να αποφεύγονται σε νεογιλά δόντια, σε παιδιά κάτω των 15 ετών, σε έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες, εκτός εάν για κάποιο λόγο, όπως προαναφέραμε, κρίνεται αναγκαία η τοποθέτησή τους από τον οδοντίατρο.

– Η απαγόρευση της χρήσης του οδοντιατρικού αμαλγάματος σε παιδιά κάτω των 15 ετών πρέπει να ερμηνευθεί ως μία υπόθεση ότι τα παιδιά κάτω των 15 ετών έχουν μικρές τερηδονικές βλάβες και κατά συνέπεια απαιτούνται μικρές εμφράξεις. Aποτελεί ήδη βέλτιστη πρακτική για τους οδοντιάτρους να ακολουθούν μιαν ελάχιστα παρεμβατική προσέγγιση στις μικρές κοιλότητες, για τις οποίες, άλλωστε, τα διαθέσιμα υλικά εξελίσσονται διαρκώς. Ωστόσο, κάποια παιδιά κάτω των 15 ετών μπορεί να μην έχουν μικρές κοιλότητες ή να έχουν άλλες ιατρικές ή οδοντιατρικές ανάγκες που καθιστούν τα άλλα υλικά λιγότερο αποτελεσματικά. Ο Κανονισμός παρέχει στους οδοντιάτρους την ευκαιρία να εκτιμήσουν τις ατομικές ανάγκες του ασθενούς και να κάνουν χρήση του κατάλληλου/ενδεικνυόμενου υλικού αποκατάστασης σε μια δεδομένη περίσταση.

– Kατά τη θεραπεία εγκύων γυναικών, ακολουθούμε την προσέγγιση που προβλέπεται από μια σειρά δημοσίων φορέων, στους οποίους περιλαμβάνεται και η SCENIHR (Scientific Committee on Emerging and Newly Identified Health Risks/Eπιστημονική Επιτροπή για τους ανακύπτοντες και τους πρόσφατα εντοπιζόμενους κινδύνους για την υγεία): «Oπως συμβαίνει και με κάθε άλλη ιατρική ή φαρμακευτική παρέμβαση, θα πρέπει να υπάρχει αυξημένη προσοχή όταν μελετάται η τοποθέτηση οποιουδήποτε οδοντιατρικού υλικού αποκατάστασης σε έγκυες γυναίκες». Αποτελεί τη βέλτιστη πρακτική να αναβάλουμε μια οδοντιατρική παρέμβαση για μετά την εγκυμοσύνη, εκτός εάν τούτο κρίνεται ιατρικά απαραίτητο από τον οδοντίατρο. Ο Κανονισμός επεκτείνει την αρχή αυτή και για τις γυναίκες που θηλάζουν.