Ανεξήγητοι λοιμοί και καταστροφές που άλλαξαν την Ελληνική Ιστορία – Του Αλέξανδρου Καλλέργη | dete

Ανεξήγητοι λοιμοί και καταστροφές που άλλαξαν την Ελληνική Ιστορία - Του Αλέξανδρου Καλλέργη

Σε προηγούμενο σημείωμα μας που αφορούσε στην εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, είχαμε αναφερθεί μεταξύ άλλων σε αναιτιολόγητες καταστροφές αλλά και επιδημίες που έπληξαν το στράτευμά του, πριν καταστραφεί ολοκληρωτικά από τους επαναστατημένους Έλληνες.

Μιας και οι επιδημίες (ή πανδημίες αν προτιμάτε) είναι το θέμα των ημερών, αναζητήσαμε και κάνουμε μια αναδρομή τέτοιων φονικών επιδημιών που όχι μόνο εξόντωσαν μεγάλους αριθμούς ανθρώπων αλλά άλλαξαν και την Ιστορία.

Περιπτώσεις για τις οποίες υπάρχουn πολλές θεωρίες αλλά και αναπάντητα ερωτηματικά.

Επιλέξαμε τις τρεις πιο χαρακτηριστικές:

Ο Λοιμός των Αθηναίων το 430 π.Χ. η φοβερή επιδημία που έγινε η αιτία θανάτου όχι μόνο των Αθηναίων, αλλά και της πιο ιστορικής Δημοκρατίας του κόσμου, έχει απασχολήσει για δεκαετίες την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Βασισμένοι στις περιγραφές του Θουκυδίδη που κάνει λόγο για συμπτώματα που ξεκινούν από το στόμα και καταλήγουν στη κοιλιακή χώρα, το έντερο, το δέρμα και το κεντρικό νευρικό σύστημα, γιατροί και ιστορικοί διατυπώνουν εδώ και χρόνια θεωρίες για τη νόσο προτείνοντας περί τις 25 διαφορετικές πιθανότητες. Μια από αυτές είναι η θεωρία που υποστήριζε ότι ο λοιμός των Αθηναίων οφείλεται στον ιό Έμπολα σύμφωνα με άρθρο που γράφτηκε το 1996, στους New York Times από τον Anthony Ramirez.

Τη θεωρία αυτή αντέκρουσαν το 2006  Έλληνες επιστήμονες που υποστηρίζουν, ο Λοιμός που αποδεκάτισε την Αθηναϊκή κοινωνία της κλασικής εποχής του Περικλή οφειλόταν σε ένα ιδιαίτερα επιθετικό στέλεχος του παθογόνου βακτηρίου «σαλμονέλα του τυφοειδούς πυρετού».

Η δεύτερη περίπτωση αφορά στο Κυλώνειο Άγος. Αν και πολλοί αμφισβητούσαν την ιστορική του πραγματικότητα, η αρχαιολογική σκαπάνη, απεδείχθη αποστομωτική.

Πρόσφατη ανασκαφή στην περιοχή του Φαληρικού Δέλτα, στο πλαίσιο του έργου για την κατασκευή του Κέντρου Πολιτισμού-Ίδρυμα «Σταύρος Νιάρχος εντόπισε ομαδική ταφή 80 δεσμωτών, οι οποίοι είναι τοποθετημένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, αρκετοί δε από αυτούς φέρουν χειροπέδες. Το σημαντικό στοιχείο του ευρήματος είναι ότι μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια εξαιτίας δύο τριφυλλόστομων οινοχόων που βρέθηκαν, τοποθετώντας το στο τρίτο τέταρτο του 7ου αιώνα, γεγονός που  το συνδέει με το Κυλώνειον Άγος

Οι οπαδοί του Κύλωνα ονόμασαν την ανέντιμη δολοφονική πράξη Κυλώνειον άγος. Το Κυλώνειον άγος είναι συνώνυμο των παράνομων πράξεων που ντροπιάζουν το κράτος και την πολιτεία. Σχετίζεται με μια σειρά από δεινοπαθήματα και θεομηνίες που έπληξαν την αρχαία Αθήνα και αποδόθηκαν στην οργή των θεών μετά τη σφαγή των οπαδών του Κύλωνα που αναζήτησαν καταφύγιο σε ιερό της Αθηνάς. Ο Κύλων που ανήκε στην τάξη των ευγενών, είχε αναδειχθεί ολυμπιονίκης. Ήταν δημοφιλής και με την υποστήριξη του πεθερού του Τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη επιχείρησε να καταλάβει την εξουσία στην Αθήνα. Μαζί με τον αδελφό του και τους οπαδούς του κατέλαβε την Ακρόπολη το 632 π.Χ. αλλά απέτυχε γιατί αντέδρασε ο άρχοντας Μεγακλής. Ο Κύλωνας διέφυγε στα Μέγαρα και οι οπαδοί του βρήκαν καταφύγιο στον βωμό της Πολιάδος Αθηνάς που θεωρούνταν απαραβίαστος. Οι οπαδοί όμως του Μεγακλή, ενώ υποσχέθηκαν ότι δεν θα τους πειράξουν έκαναν ιεροσυλία και δολοφόνησαν τους ικέτες προκαλώντας πανελλήνια κατακραυγή επειδή παραβίασαν το ιερό άσυλο. Έτσι όταν θανατηφόρος λοιμός έπληξε την Αθήνα, οι πολίτες θεώρησαν ότι ήταν θεία δίκη για το τρομερό έγκλημα. Όλοι οι άνδρες έχουν σιδερένια δεσμά στα χέρια, εκτός από έναν, στην άκρη του σκάμματος, ο οποίος έχει δεσμά στα πόδια.

Η τρίτη περίπτωση είναι η λιγότερη γνωστή απ΄ όλες. Η Κελτική- Γαλατική εισβολή του 279 π.Χ, η οποία «στοιχειώθηκε» κυριολεκτικά από ανεξήγητα φαινόμενα όταν αποπειράθηκαν να λεηλατήσουν το μαντείο των Δελφών.

Μετά την αποτυχία των Γαλατών να περάσουν από τις Θερμοπύλες ο επικεφαλής της στρατιάς που αριθμούσε αρχικά πάνω από 30.000 άνδρες, ο Βρέννος σκέφθηκε να λεηλατήσει την ενδοχώρα για να αποσυντονίσει τους υπερασπιστές του στενού.

Και πράγματι, με την είδηση πως οι βάρβαροι κατάστρεψαν την κοντινή μικρή πόλη Κάλλιο, οι Αιτωλοί, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής δύναμης, εγκαταλείψαν τις θέσεις τους για να υπερασπιστούν τις οικογένειες τους στα περίχωρα. Συγχρόνως, αντιγράφοντας την τακτική που ακολούθησαν οι Πέρσες δύο αιώνες νωρίτερα, οι Γαλάτες επιχείρησαν να περικυκλώσουν τις ελληνικές δυνάμεις, χρησιμοποιώντας το ίδιο ακριβώς ορεινό πέρασμα που είχε χρησιμοποιήσει ο Πέρσης Υδάρνης το 480 π.Χ. (…και το οποίο τους το υπέδειξαν ντόπιοι, μέσα στην προθυμία τους να απαλλαγούν από τους βάρβαρους εισβολείς το συντομότερο δυνατόν!) Ευτυχώς, αυτή την φορά η είδηση της κυκλωτικής κίνησης ήρθε εγκαίρως και έτσι οι δυνάμεις που είχαν μείνει να φυλάνε το στενό αποσύρθηκαν με ασφάλεια χάρη στην παρέμβαση του στόλου.

Μη χάνοντας ούτε λεπτό και θεωρώντας πως ο δρόμος είναι ανοιχτός πλέον προς το ανυπεράσπιστο θησαυροφυλάκιο των Δελφών, ο Βρέννος οδήγησε τον στρατό του μέσα από την ορεινή ενδοχώρα. Υπολόγισε όμως χωρίς την επιμονή των Αιτωλών και Φωκέων, οι οποίοι αδιάκοπα παρενοχλούσαν με μικροεπιθέσεις την δύσκολη προέλαση του μέσα από την χιονισμένη χώρα. Εξαντλημένοι από την πείνα και το κρύο και αποδυναμωμένοι από τον ασταμάτητο ανταρτοπόλεμο που τους εξαπέλυσαν οι κάτοικοι της περιοχής, οι Γαλάτες πανικοβλήθηκαν, όταν κατά την διάρκεια μιας τρομερής νυχτερινής καταιγίδας κατολισθήσεις βράχων καταπλάκωσαν πολλούς από αυτούς. Με τον ερχομό της αυγής, και με την πεποίθηση πως όλα αυτά είναι έργα του εξοργισμένου θεού Απόλλωνα, η νέα επίθεση των Ελλήνων βρήκε τους Γαλάτες επιδρομείς σε τέτοια σύγχυση και πανικό, ώστε οι ίδιοι φόνευαν τους βραδυπορούντες συντρόφους τους, προκειμένου να γλυτώσουν! Μέσα σε αυτή την γενική αναταραχή, ο αρχηγός τους Βρέννος πληγώθηκε και μπροστά στον κίνδυνο που διέτρεχε από τους συντρόφους του για την ταπεινωτική αυτή ήττα, επέλεξε να αυτοκτονήσει!

Κατόπιν τούτου, οι Γαλάτες υποχώρησαν ατάκτως, με τους Έλληνες να τους καταδιώκουν ανηλεώς. Από την μεγάλη ορδή των Γαλατών δεν είχαν απομείνει πιά παρά μονάχα δύο τμήματα, εκ των οποίων το ένα κατάφερε να επιστρέψει στην κοιλάδα του Δούναβη και το άλλο κινήθηκε προς την Θράκη.