Αγώνας δρόμου για τα «αντίδωρα» της συμφωνίας – Τηλεδιάσκεψη με Ντάισελμπλουμ επιδιώκει η Αθήνα | dete

Αγώνας δρόμου για τα «αντίδωρα» της συμφωνίας - Τηλεδιάσκεψη με Ντάισελμπλουμ επιδιώκει η Αθήνα

Σε κλοιό ισχυρών πιέσεων βρίσκεται η ελληνική κυβέρνηση, ενόψει του Eurogroup της Δευτέρας, όπου θα επιχειρηθεί να υπάρξει μία πολιτική συμφωνία για να ξεμπλοκάρει η δεύτερη αξιολόγηση και να επιστρέψει η τρόικα στην Αθήνα. Την ίδια ώρα, το βλέμμα για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων και την τύχη της αξιολόγησης έχει μετατοπιστεί στις συναντήσεις της Άνγκελα Μέρκελ με την Κριστίν Λαγκάρντ και τον Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ. Εν τω μεταξύ, η Αθήνα επιδιώκει την πραγματοποίηση μιας τηλεδιάσκεψης έως την Κυριακή σε επίπεδο Ντάισελμπλουμ και θεσμών.

Ούτως ή άλλως, στο Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου δεν αναμενόταν να κλείσει η αξιολόγηση, ενώ πληροφορίες ανέφεραν ότι το πιθανότερο είναι να μην αποφασιστεί ούτε η άμεση επιστροφή των εκπροσώπων των θεσμών, έτσι ώστε να ξεκινήσουν ξανά οι διαπραγματεύσεις.

Σύμφωνα με πηγές από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, για να επιστρέψουν οι θεσμοί στην Αθήνα, θα πρέπει να υπάρχει συμφωνία με την κυβέρνηση τουλάχιστον ως προς το πλαίσιο των μέτρων που θα ληφθούν, κι αυτό δεν έχει γίνει ακόμη. Προς το παρόν «έχουμε κολλήσει», ανέφεραν, ενώ εξέφραζαν ερωτηματικά ως προς το χρονοδιάγραμμα με βάση το οποίο κινείται η κυβέρνηση. Οι ίδιες πηγές εκτιμούσαν ότι η επιστροφή είναι πιθανότερη προς το τέλος της άλλης εβδομάδας ή τις αρχές της μεθεπόμενης, την Καθαρή Δευτέρα.

Παράλληλα, όλες τις προηγούμενες ημέρες η κυβέρνηση επιχειρούσε να πραγματοποιηθεί μια τηλεδιάσκεψη σε επίπεδο Γερούν Ντάισελμπλουμ και θεσμών, στην οποία θα γινόταν προσπάθεια να διασφαλιστούν τα «ανταλλάγματα» για την εκ των προτέρων ψήφιση των μέτρων του νέου «κόφτη».

Πληροφορίες για ενδεχόμενη τηλεδιάσκεψη μέσα στο Σαββατοκύριακο, με συμμετοχή του προέδρου του Eurogroup και των εκπροσώπων των θεσμών, σε υψηλό επίπεδο, όπως και του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου, στα πρότυπα της συνάντησης προ οκτώ ημερών στις Βρυξέλλες, δεν είχαν επιβεβαιωθεί μέχρι την Παρασκευή το βράδυ. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά φέρεται να εξακολουθεί να πιέζει για την πραγματοποίησή της.

Handelsblatt: Συνάντηση Μέρκελ - Λαγκάρντ μέσα στο Σαββατοκύριακο

Το ραντεβού της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ και της Διευθύντριας του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ την προσεχή Τετάρτη στο Βερολίνο θα κρίνει όπως όλα δείχνουν την έκβαση των διαπραγματεύσεων για την συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα. Σημειώνεται ότι η Γερμανίδα καγκελάριος έχει προγραμματίσει συνάντηση και με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη γερμαμική εφημερίδα Handelsblatt, η κυρία Μέρκελ μπορεί να συναντηθεί με την κυρία Λαγκάρντ και μέσα στο Σαββατοκύριακο, πέρα από την προγραμματισμένη συνάντησή τους στο Βερολίνο την ερχόμενη Τετάρτη.

Η συνάντηση, όπως δήλωσε η Γερμανίδα καγκελάριος μετά τη συνάντησή της με τον Καναδό πρωθυπουργό, Τζάστιν Τριντό, μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της Διάσκεψης για την Ασφάλεια που πραγματοποιείται στο Μόναχο και στην οποία θα παραστεί και η Λαγκάρντ.

Εφόσον επιβεβαιωθεί μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ, στο θέμα του χρέους, το βάρος μετατοπίζεται στην κυβέρνηση, η οποία καλείται να πάρει σκληρά μέτρα. ]

Πηγές των ευρωπαϊκών θεσμών μετέδιδαν ότι παραμένει αμετάβλητη εκ μέρους τους η πρόταση για νομοθέτηση εκ των προτέρων της μείωσης του αφορολογήτου και της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς στις συντάξεις. Τα μέτρα αυτά, εφόσον ψηφιστούν, θα εφαρμοστούν το 2019 και το 2020. Αυτό που είναι υπό διαπραγμάτευση ακόμη, σύμφωνα με τις πληροφορίες, είναι το ακριβές μέγεθος της μείωσης του αφορολογήτου.

Για την κυβέρνηση, σύμφωνα με πληροφορίες, το μεγάλο «αγκάθι» είναι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, ενώ για το αφορολόγητο έχει ουσιαστικά συμφωνήσει.

Ελάχιστη ευελιξία επιδεικνύουν, εξάλλου, οι θεσμοί και στο θέμα της αγοράς εργασίας, καθώς δεν θέλουν να ακυρωθούν οι αλλαγές που έχουν γίνει και κυρίως να επανέλθουν οι συλλογικές συμβάσεις, όπως επιδιώκει η κυβέρνηση. Ενδεχομένως θα υπάρξει κάποια ευελιξία στο ποσοστό αύξησης των ομαδικών απολύσεων, ώστε να μη διπλασιαστεί και φθάσει στο 10%, όπως ήταν η αρχική επιδίωξη.