Το θρυλικό εστιατόριο του «Ευαγγελάτου» με την πανελλήνια λάμψη! Εκεί όπου έτρωγαν η Παξινού και ο Ωνάσης | dete

Το θρυλικό εστιατόριο του «Ευαγγελάτου» με την πανελλήνια λάμψη! Εκεί όπου έτρωγαν η Παξινού και ο Ωνάσης

Ήταν στη δεκαετία  του ’50 όταν στην Πάτρα ξεκίνησε να δρέπει δάφνες στον τομέα της εστίασης ένα εστιατόριο που έγινε γνωστό με το επώνυμο των εκ Ληξουρίου της Κεφαλληνίας αδελφών που το δημιούργησαν κοντά στα 1945 και το έκαναν προορισμό όχι μόνο της εν Πάτραις αριστοκρατίας, αλλά και των εξ Αθηνών υψηλών επισκεπτών. Ο «Ευαγγελάτος»  που ξεκίνησε από την Όθωνος Αμαλίας και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε χαμηλά στην Αγίου Νικολάου, στον αριθμό 7, απέναντι από το ξενοδοχείο Majestic  και  κοντά στην τότε πολύβουη Τριών Συμμάχων, απαντούσε  επί δεκαετίες με επιτυχία στην δύσκολη εξίσωση του εστιατορίου των υψηλών προδιαγραφών  και άφησε εποχή συγκρινόμενο με το περίφημο «Όλυμπος Νάουσα» των Αθηνών, ιδίως τέτοιες μέρες, Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, οπότε και η  λάμψη του άγγιζε την εορταστική υπερβολή.

 

Πήγαινες για δουλειά με… μέσον

Οι ιδιοκτήτες αδελφοί Σπύρος και Παναγής, ήταν δύο ευγενέστατοι άνθρωποι, αλλά πολύ αυστηροί στη δουλειά τους.

«Δεν ήταν καθόλου εύκολο να εργαστείς εκεί» λέει ο Θύμιος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος δούλεψε ως γκαρσόνι στο εστιατόριο από 15 ετών. «Πήγα με μέσον. Δεν έμπαινες εύκολα για δουλειά σε αυτό το μαγαζί. Έκατσα ένα χρόνο βοηθός και μετά αναβαθμίστηκα σε σερβιτόρος. Μου έγινε ολόκληρη εκπαίδευση.  Ήταν ένα μαγαζί- σχολείο της τέχνης του εστιατορίου. Εκείνη  την εποχή κυριαρχούσε στο χώρο της εστίασης και ήταν πρωτοποριακό για όλη την Ελλάδα».

Στου «Ευαγγελάτου» κυριαρχούσαν ο σεβασμός και η πειθαρχία. «Για να δώσουμε μια παραγγελία στην κουζίνα, λέγαμε “σεφ σε παρακαλώ. Κάθε γκαρσόνι είχε και το βοηθό του. Με τα παπιγιόν μας,  τα άσπρα μας τα πουκάμισα…».

Ο ξακουστός αρχισέφ και η αφρόκρεμα της Πάτρας

Ο αρχισέφ του «Ευαγγελάτου»,  Νικόλαος Τακουνάκης, ήταν ένα κορυφαίο κεφάλαιο της επιτυχίας του.   «Ο σεφ αυτός έκανε απίστευτα πράγματα. Ό,τι του έδινες, το έφτιαχνε με ένα τρόπο μαγικό», λέει ο κ. Παναγιωρ

Από εκεί περνούσε όλη η αφρόκρεμα  της Πάτρας και όχι μόνο.

«Θυμάμαι σαν να είναι τώρα που μετά την Ανάσταση ερχόταν όλος ο καλός κόσμος με πολυτελή αυτοκίνητα και έτρωγαν μαγειρίτσα. Ο Λοβέρδος με τη μαύρη τη Σιτροέν, ο Μπιλάλης... Το ίδιο και του Αγίου Ανδρέου και την Πρωτοχρονιά. Από εκεί έχουν περάσει  όλοι οι Δήμαρχοι της Πάτρας και οι πολιτικοί. Και ταυτόχρονα, όλη η χλιδή της εποχής. Ερχόταν και πολύς κόσμος από την Αθήνα, αλλά είχαμε και πολύ  ποιοτικό τουρισμό με γκρουπάκια, Ιταλών, Γάλλων, Γερμανών και Αμερικανών» θυμάται ο κ. Παναγιωτόπουλος.

Το εστιατόριο είχε διασυνδέσεις με γραφεία από την Αθήνα και αναλόγως των πελατών προσαρμοζόταν  το μενού.

 

«Σερβίριζα όλους τους αξιωματικούς της χούντας»

Από 13 ετών εργαζόταν ως γκαρσόνι στου Ευαγγελάτου ο Παναγιώτης Τρικόγιας, ο οποίος διηγείται: «Παιδί σερβίριζα όλους τους αξιωματικούς της χούντας γιατί είχαν επιτάξει το εστιατόριο. Είπανε “εδώ θα τρώνε οι αξιωματικοί μας”. Έκανε και κέτερινγκ το μαγαζί το τραπέζι στον  Παπαδόπουλο στο δημαρχείο και εμένα με βάλανε να δοκιμάσω 13 χρονών που ήμουνα βοηθός σερβιτόρου το πιάτο του δικτάτορα. Και τσαντίστηκαν  τότε πολύ και ο δήμαρχος ο Γκολφινόπουλος και ο Ευαγγελάτος. Πήγα  εγώ όλο χαρά να φάω δεν είχα καταλάβει τι γίνεται. Και λέει ο Γκολφινόπουλος «ε, όχι το παιδί ρε παιδιά».

 

Το πουρμπουάρ της Χριστίνας

 Από τον «Ευαγγελάτο» έχουν περάσει εφοπλιστές, εισαγγελείς, πολιτικοί και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους η η Κατίνα Παξινού, αλλά και ο Αριστοτέλης Ωνάσης!

«Ένα βράδυ θυμάμαι που είχαμε πιάσει το δρόμο έξω με τραπέζια. Και έρχεται ένας και με πιάνει και λέει “μικρέ θέλω ένα τραπέζι για 25 άτομα”. Και εμφανίζεται ο Ωνάσης με τη Χριστίνα και την παρέα τους. Ο Ευαγγελάτος έπαθε την πλάκα του και μου λέει “μικρέ, είναι αλήθεια ότι είναι  ο Ωνάσης;” Eγώ πέταγα από τη χαρά μου για τα πουρμπουάρ που θα πάρω. Μου λέει ο μετρ ο Τουφεξής “ό,τι σου δώσουν θα μου το πεις...”  Φεύγοντας μου άφησαν ένα φάκελο και τον έβαλα κάτω από το παπούτσι να μην μου πάρουν τα λεφτά οι άλλοι. Πήγα τουαλέτα και ήταν 20.000 δραχμές! Πήγα να πεθάνω από τη χαρά μου. Δεν μου τα έδωσε οι διαχειριστής του που πλήρωνε, μου τα  έδωσε η Χριστίνα επειδή ήμουν μικρός... Μου έχει μείνει αξέχαστο».

Οι τίτλοι τέλους για το μαγαζί των αδελφών Ευαγγελάτου, οι οποίοι δεν είχαν παιδιά και έκαναν συνεταιρισμό με τους αδελφούς Παναγιωτόπουλου, έπεσε το 1986 όταν η τράπεζα ζήτησε το κτίριό της όπου στεγαζόταν το μαγαζί.  «Μετά μας έδιωξε η τράπεζα γιατί εκεί ήταν δικό της το κτίριο ”, λέει.

 

(Το κείμενο και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της Γιώτας Κοντογεωροπούλου «Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα, από τις εκδόσεις «το δόντι»)