– Τάκη, πονάς; – Δεν σταματά ο πόνος, ούτε για μία στιγμή | dete

- Τάκη, πονάς; - Δεν σταματά ο πόνος, ούτε για μία στιγμή

Είναι 20 Μαρτίου του 2001 - σωστή η ημερομηνία, αφού την κατέγραψα σαν ημερολόγιο μέσα στον φάκελλο του βινυλίου. Έχουμε κάνει το τελευταίο γύρισμα της μικρού μήκους ταινίας του Βασίλη Γιάτση, «Σκληρή μηχανή». Εγώ βοηθός σκηνοθέτη τότε, στην κάμερα και τους φωτισμούς ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος, πρωταγωνιστές η Μυρτώ Αλικάκη και ο Τάκης Μόσχος. Καταλήγουμε στον ηλεκτρικό του Θησείου από το Πέραμα, που γινόταν το γύρισμα. Είμαστε ο Γιάτσης ο σκηνοθέτης, ο Θεοδωρόπουλος, ο Μόσχος κι εγώ. Με τον Τάκη έχουμε αναπτύξει επικοινωνία καθ' όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, ξεκλέβουμε χρόνο από το break και τα λέμε κάπως απομονωμένοι. Εγώ εκτιμώ έναν ηθοποιό που σαφώς γνώριζα και που έβλεπα να έχει μια πρωτοφανή εξομολογητική διάθεση. Αυτός, πάλι, πιθανώς βλέπει έναν πολύ νέο άνθρωπο, πωρωμένο με τα κινηματογραφικά και τα μουσικά. Εκείνη τη μέρα στο Θησείο, αγοράσαμε μαζί με τον Μόσχο το διπλό βινύλιο με τους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι. «Πάρτο εσύ, είσαι μικρός» μου είπε, «και μένα μου το γράφεις σε κασέτα», κάτι που φυσικά ποτέ δεν έγινε!

Έχω πολλά να θυμάμαι απ' αυτή τη μικρού μήκους ταινία, που, αν τα λέω σωστά, βραβεύτηκε κιόλας στο Φεστιβάλ Δράμας. Τη γυρίσαμε εξ ολοκλήρου στο Πέραμα, σ' ένα δώμα μέσα σ' ένα καρνάγιο, καθώς και στο παρακείμενο λούνα παρκ, το οποίο δεν ξέρω αν υπάρχει σήμερα. Ο Μόσχος υποδυόταν έναν dealer ναρκωτικών εν αγνοία του, κυριολεκτικά όμως, εφόσον ο σκηνοθέτης δεν ήθελε να ξέρει ότι το δέμα που θα έπαιρνε από κάπου θα περιείχε, υποτίθεται, ναρκωτικά! Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό και θα δούμε τι έγινε παρακάτω...

Απ' την πρώτη στιγμή με τον Μόσχο αλληλοσυμπαθηθήκαμε. Μπορεί να έμοιαζε απόμακρος για τους άλλους, αλλά καθόλου σνομπ. Θα μπορούσε να ήταν σνομπ, αν φυσικά είχε τέτοιο χαρακτήρα, ο ηθοποιός αυτός που έγραψε ιστορία στη «Γλυκιά συμμορία» του Νίκου Νικολαΐδη και όχι μόνο! Τα γυρίσματα, θυμάμαι, ήταν πολύωρα, ολοήμερα σχεδόν, χώρια τα νυχτερινά. Όταν αυτός δεν είχε κάτι να κάνει, περιμένοντας τη σειρά του, χανόταν απ' το οπτικό μας πεδίο. Σαν όνειρο τώρα βλέπω μπροστά μου την ψηλόλιγνη φιγούρα του σε ένα μεγάλο πεζούλι και σε μια καρέκλα καφενείου να κοιτάζει προς τη θάλασσα...Τον θυμάμαι ακόμη άψογο επαγγελματία, ευγενικό με τους συμπρωταγωνιστές του, την Αλικάκη, τον Στρέπκο, έως και προστατευτικό ακόμη με το μικρό αγόρι από την Αλβανία που έπαιζε κλαρίνο και που υποδυόταν τον Ντρίνι.

Φτάνει η στιγμή να γυρίσουμε τη σκηνή με το δέμα. Μου το δίνει ο φροντιστής και με τη σειρά μου το παραδίδω στον Μόσχο. «Δεν πιστεύω να έχει ναρκωτικά μέσα» μου κάνει αυστηρά ο Τάκης κι εγώ τα χάνω, μη γνωρίζοντας τη συνεννόηση τους με τον σκηνοθέτη. «Υποτίθεται ότι παίζει νταλαβέρι με φούντα ή πρέζα! Σύμφωνα με το σενάριο, αυτό είναι το ''μπλέξιμο'' που έχεις» του απαντώ με αφέλεια. Ο Τάκης αφήνει κάτω το πακέτο και αρνείται προς στιγμή να γυρίσει τη σκηνή! «Δεν το θέλω αυτό ούτε καν στα ψέματα» τον ακούω μετά από λίγο να λέει με την ίδια αυστηρότητα στον σκηνοθέτη. Η σκηνή τελικά γυρίστηκε, αλλά τον έβλεπες ξεκάθαρα πως ο άνθρωπος υπέφερε...
Ως Ναπολέων Λαπαθιώτης στο «Μετέωρο και Σκιά» (1985) του Τάκη Σπετσιώτη

Το συγκεκριμένο γύρισμα τράβηξε ως αργά τη νύχτα. Τα παιδιά που έκαναν την εκτέλεση παραγωγής ήταν vegan και είχαν φέρει στο set ταψιά με πατάτες και μπιφτέκια σόγιας. Ο ηχολήπτης, Μαρίνος Αθανασόπουλος, τα ''πήρε'' στο κρανίο! «Έλα δω, ρε Αντώνη» μου φωνάζει, «πάρε ένα πεντοχίλιαρο και πήγαινε φέρε τηγανιτές γόπες απ' την ταβέρνα παραπάνω». Ο Μόσχος είχε ψοφήσει στο γέλιο! Πήγαμε παρέα και, πραγματικά, φέραμε μια τάβλα γεμάτη φρεσκοτηγανισμένα ψάρια. Όλοι έπεσαν πάνω τους σαν το θαύμα με τον Χριστό που είχε πολλαπλασιάσει τα ψάρια και τάιζε τα πλήθη! Εμείς πάλι με τον Μόσχο φτιάξαμε ένα αυτοσχέδιο πιάτο από χαρτί, το γεμίσαμε γόπες και κάτσαμε να φάμε μακριά απ' τους άλλους, οι δυο μας, κοντά στη θάλασσα.

Πιθανώς ο Τάκης να αισθάνθηκε άσχημα που με είχε επιπλήξει για το δέμα, αν και καταλάβαινε πως εγώ εκεί μέσα ήμουν απ' τους τελευταίους τροχούς της αμάξης. Μου ανοίχτηκε πολύ την ώρα εκείνη. Μου μίλησε για ένα δέμα με πρέζα που κάποτε πέταξε από τα συρματοπλέγματα ενός στρατοπέδου με συγκεκριμένο παραλήπτη. Τον είχαν πιάσει, μου είπε, και δεν είχε περάσει καλά, καθόλου καλά. «Είμαι ''καθαρός'' τώρα πια και δεν θέλω την παραμικρή επαφή με ναρκωτικά, ακόμη κι αν είναι ένας ρόλος» τον άκουγα να μου λέει. Μου είπε κι άλλα, πολλά, εκ βαθέων, προσωπικά του, που δεν έχουν θέση σε ένα αφιέρωμα. Καθώς αποχωρούσαμε από το set, το μόνο που βρήκα να πω και, ειλικρινά, δεν ξέρω πως μου ξέφυγε, ήταν το εξής: «Τάκη, πονάς;» Με κοίταξε μ' αυτά τα βαθουλωμένα μάτια του μεσ' στο σκοτάδι, χαμογέλασε και απάντησε: «Δεν σταματάει ποτέ ο πόνος, ούτε για μια στιγμή»...

Ο χρόνος πέρασε. Για την ακρίβεια, πέρασαν κάποια χρόνια και είμαι στα ΚΤΕΛ με προορισμό τη Χαλκίδα. Ο τύπος που κάθεται στο μπροστινό κάθισμα του λεωφορείου φαίνεται οικεία φιγούρα. Είναι ο Τάκης Μόσχος και κάνουμε χαρές που συναντιόμαστε πάλι τυχαία. Μου δηλώνει...άστεγος, φιλοξενούμενος δηλαδή στη Χαλκίδα, τη γενέτειρα του, αλλά όχι και στην Αθήνα. «Έρχομαι για δουλειές και ξαναγυρίζω με το λεωφορείο» μου εξηγεί, «αφού εδώ δεν έχω πια σπίτι». Στο ταξίδι αυτό, ταξιδεύοντας μόνοι μας, είχαμε την ευκαιρία να πούμε κι άλλα. Φαινόταν ξεκάθαρα πως είχε ανάγκη να μιλήσει σε άνθρωπο, όποιος κι αν ήταν δίπλα του την ώρα εκείνη. Άρχισε να μου λέει για οικονομικά ζόρια, για δουλειά που δεν είχε πλέον συχνά, για κάποιους φίλους του που είχε χάσει και τον πείραξε η απώλεια τους, αλλά και για τη Σκόπελο, που την αγαπούσε και που τότε προφανώς θα άρχισε να την επισκέπτεται. Όταν φτάσαμε στη Χαλκίδα και κατεβήκαμε απ' το λεωφορείο, χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. «Πως με έκοψες; Ακόμα πονάω;» με ρώτησε...«Μπορεί κάπου να ξαναβρεθούμε» απάντησα και χωρίσαμε. Τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια, μέχρι και χθες που μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του, δεν καταφέραμε να ξαναβρεθούμε.
Ο Τάκης Μόσχος δέχεται τις οδηγίες του σκηνοθέτη Νικόλα Τριανταφυλλίδη/ «Οι Αισθηματίες» (2014)

Όσο βαριέμαι τα αφιερώματα - στεγνά βιογραφικά, άλλο τόσο μου αρέσουν τα βιωματικά, όταν ο εκάστοτε συντάκτης δηλαδή ανασύρει προσωπικές του μνήμες για ένα άλλο πρόσωπο, που τυχαίνει να μην είναι στη ζωή. Όλα τα στοιχεία γι' αυτόν, την καλλιτεχνική του πορεία, τα τελευταία του χρόνια κλπ. θα τα βρείτε πολύ εύκολα στο διαδίκτυο, από άρθρα και δικές του συνεντεύξεις. Τον Τάκη Μόσχο, απ' το λίγο που τον έζησα, εγώ θα τον θυμάμαι πάντα σαν έναν έκπτωτο άγγελο επί της γης, έναν βασανισμένο άνθρωπο, έναν εξαίρετο επαγγελματία και μία προσωπικότητα ζεστή, δεκτική στην επικοινωνία και το «μοίρασμα». Πάνω απ' όλα, έναν άνθρωπο επίσης που φαινόταν να τά'χει βρει με το «μέσα» του και πάλευε για να σώσει, ότι σωζόταν τέλος πάντων από το «έξω» του. Τι παράξενη συνθήκη!

Δυστυχώς αυτό που όλοι απευχόμασταν, συνέβη χθες το μεσημέρι. Όντας σε κώμα εδώ και αρκετές εβδομάδες, κατόπιν αιμορραγικών εγκεφαλικών που υπέστη, ο Τάκης Μόσχος έχασε τη μάχη για τη ζωή σε ηλικία 68 ετών. Ο Αργύρης της «Γλυκιάς συμμορίας» του Νικολαΐδη, ο κομμουνιστής και ομοφυλόφιλος Λαπαθιώτης στο «Μετέωρο και σκιά» του Σπετσιώτη, η τρανς γυναίκα στον «Άγγελο» του Κατακουζηνού, ο Τάκης του τηλεοπτικού «Κάμπινγκ» του Ανδρέα Θωμόπουλου, ο τοκογλύφος Δάσκαλος των «Αισθηματιών» του Νικόλα Τριανταφυλλίδη, ο Γλάρος της «Σκληρής μηχανής» του Γιάτση - ναι, ακόμη και μια άγνωστη μικρού μήκους ταινία, στην οποία έπαιξε σαν εξαιρετικός επαγγελματίας. Γεια σου, φίλε Τάκη Μόσχο. Καλό ταξίδι νά'χεις!

* Η κηδεία του Τάκη Μόσχου θα γίνει την Παρασκευή στη Σκόπελο. Επιθυμία των οικείων του είναι, αντί στεφάνων στη μνήμη του, να γίνουν δωρεές στο Σπίτι του Ηθοποιού που τον είχε στηρίξει τις δύσκολες ώρες του. Ο αριθμός λογαριασμού είναι ALPHA BANK: GR 45 0140 2280 2280 0200 2002719