Συντάξεις: Κόβονται χιλιάδες αιτήσεις λόγω… δικαιολογητικών | dete

Συντάξεις: Κόβονται χιλιάδες αιτήσεις λόγω… δικαιολογητικών

Μόνο δύο στις τρεις αιτήσεις προς τον ΕΦΚΑ διεκπεραιώνονται, οδηγώντας στην καταβολή κύριας σύνταξης προς τους δικαιούχους. Αντίθετα, λόγω ελλιπών δικαιολογητικών, μία στις τρεις απορρίπτεται, με συνέπεια οι ασφαλισμένοι οι οποίοι τις υπέβαλαν να μην παίρνουν τελικά σύνταξη.

 Η δεύτερη κατηγορία αιτήσεων που απορρίπτονται είναι εκείνες που δεν συνοδεύονται από όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Αυτές οι αιτήσεις απορρίπτονται προσωρινά, δηλαδή «παγώνουν» μέχρι ο ασφαλισμένος να φέρει τα δικαιολογητικά τα οποία λείπουν. Οταν ο ασφαλισμένος φέρει όλα τα δικαιολογητικά που του ζητούν οι υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, τότε η αίτησή του παίρνει ξανά τον δρόμο της εκκαθάρισης. Ετσι ανοίγει ο δρόμος για την καταβολή της σύνταξης.Μικρή ζήτηση
Ο ρυθμός υποβολής αιτήσεων για συνταξιοδότηση παρουσιάζει δραματική μείωση έως 70% λόγω των περικοπών του νόμου Κατρούγκαλου. Οι αιτήσεις συνταξιοδότησης έχουν μειωθεί κατά 40% στον ιδιωτικό τομέα και κατά 70% στον δημόσιο σε σχέση με το παρελθόν. Το φρένο στις αιτήσεις συνταξιοδότησης συνδέεται με το γεγονός ότι:

1. Οι συντάξεις που εκδίδονται από τις 12-5-2016 και μετά, σύμφωνα με τον Νόμο 4387/2016 (Κατρούγκαλου), είναι μειωμένες μεσοσταθμικά κατά τουλάχιστον 35%-40% σε σχέση με το 2014. Πλέον η σύνταξη των 1.000 ευρώ θεωρείται υψηλή και πρέπει να δουλεύεις 40 χρόνια για να την αποκτήσεις.

2. Υπήρξε σταδιακή αλλαγή των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης μέχρι την 1-1-2022. Τα νέα όρια είναι τα 62 χρόνια για πλήρη σύνταξη με 40 χρόνια ασφάλισης και τα 67 έτη με 15 χρόνια ασφάλισης (Ν. 4336/2015).

3. Εγινε αύξηση του κόστους εξαγοράς αναγνώρισης πλασματικών ετών. Μέχρι 13-5-2016 το μηνιαίο κόστος εξαγοράς ήταν στο 25πλάσιο ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη που είχε οριστεί στις 31-12-2011, ενώ με τον Ν. 4387/2016 το κόστος εξαγοράς υπολογίζεται με τον μισθό ή το εισόδημα του τελευταίου μήνα πριν από την εξαγορά (δηλαδή με τα όρια 586 ευρώ έως 5.860 μηνιαίως).

Η υποβολή
Οι διαδικασίες για την οριστική έκδοση σύνταξης είναι πολύπλοκες και με παγίδες. Τονίζεται ότι η προσωρινή σύνταξη είναι ίση με το 80% της οριστικής σύνταξης, υποβάλλεται ηλεκτρονικά η αίτηση στον ΕΦΚΑ, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση αλλά και βεβαίωση εργαζομένου για τον μέσο όρο του μισθού του.

Ωστόσο, εάν ο ΕΦΚΑ συγκρίνει τα στοιχεία και βρει λάθος τα δηλωθέντα, θα ζητήσει πίσω χρήματα.

Η ηλεκτρονική αίτηση για τη συνταξιοδότηση στον ΕΦΚΑ θέλει χρόνο και γνώσεις. Αν δηλωθούν λάθος μισθοί, τότε έρχεται η τιμωρία. Η αίτηση γίνεται ηλεκτρονικά, με υπεύθυνη δήλωση. Ο συνταξιούχος γράφει τον χρόνο ασφάλισής του και τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών του από το 2002 έως και το έτος πριν από την υποβολή της αίτησης.

Οι ειδικοί της κοινωνικής ασφάλισης επισημαίνουν ότι ο ασφαλισμένος πρέπει να προετοιμάσει εγκαίρως την έξοδό του από την εργασία. Διαφορετικά κινδυνεύει να υποστεί τις δραματικές καθυστερήσεις, οι οποίες ξεπερνούν τη διετία σε κάποιες περιπτώσεις, στη χορήγηση της σύνταξης. Την ταλαιπωρία αυτή υφίστανται ήδη δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι συνταξιούχοι, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν εξαιτίας των πολλών προβλημάτων απονομής σύνταξης που αντιμετωπίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία. Για τον λόγο αυτόν ο ασφαλισμένος θα πρέπει να προβεί εγκαίρως σε ανακεφαλαίωση του χρόνου ασφάλισης, σε τακτοποίηση οφειλών εάν υπάρχουν, σε εξαγορά πλασματικών ετών, εάν το επιθυμεί, καθώς και σε αίτηση προσωρινής σύνταξης.

Πάντως αναπάντητο εξακολουθεί να παραμένει το ερώτημα του χρόνου που απαιτείται για την έκδοση της οριστικής σύνταξης καθώς εκατοντάδες χιλιάδες ασφαλισμένοι περιμένουν στην ουρά έως και δύο χρόνια για να πάρουν τη σύνταξή τους, πρόβλημα το οποίο έχει δεσμευτεί ότι θα αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση.

Για τη σύνταξη γήρατος, πρέπει να γνωρίζουν ότι απαιτούνται δύο βασικές προϋποθέσεις: α) η συμπλήρωση ενός ορισμένου ορίου ηλικίας και β) η πραγματοποίηση ενός αριθμού ημερών στην ασφάλιση.

Για πλήρη σύνταξη οι προϋποθέσεις είναι: 67 ετών και 4.500 ημέρες ή 62 ετών και 12.000 ημέρες ή 62 ετών και 4.500 ημέρες (με 3.600 βαρέα). Για μειωμένη σύνταξη οι προϋποθέσεις είναι: 62 ετών και 4.500 ημέρες.

Για τη λεγόμενη εθνική σύνταξη (384 ευρώ) απαιτούνται 20 έτη ασφάλισης και 40 έτη παραμονής στην Ελλάδα ή 15 έτη ασφάλισης (345,60 ευρώ).
Για την ανταποδοτική, βάσει (συντελεστή) του συνολικού χρόνου ασφάλισης και του μέσου μισθού των αποδοχών από το 2002 έως τη συνταξιοδότηση. Και επιπλέον, προσαυξήσεις για όσους καταβάλλουν μεγαλύτερες του 20% ασφαλιστικές εισφορές (βαρέα, ΔΕΚΟ – τράπεζες, 13ος-14ος μισθός, παράλληλη ασφάλιση).
Πέραν των ορίων ηλικίας, απαιτούνται και άλλες προϋποθέσεις, σε προγενέστερο χρόνο των ορίων ηλικίας, για τις οποίες, προκειμένου να διασφαλιστούν, πρέπει να φροντίζουμε έγκαιρα. Κρίσιμη ηλικία συνεπώς θεωρείται αυτή των 57 ετών και ο χρόνος ασφάλισης των 3.000 ημερών.

Υποχρεωτικά βήματα
Παραθέτουμε ορισμένα υποχρεωτικά βήματα που θα πρέπει να γνωρίζουν οι ασφαλισμένοι, όχι μόνο για τη διασφάλιση ευνοϊκότερων διατάξεων, αλλά και για καλύτερη σύνταξη:

1. Καταγραφή του συνολικού ασφαλιστικού βίου. Η πρώτη κίνηση που απαιτείται (έγκαιρα) είναι η καταγραφή του ακριβούς χρόνου ασφάλισης, ο οποίος βρίσκεται ηλεκτρονικά για τα έτη μετά το 2002 και χειρόγραφα πριν από το έτος αυτό. Απευθυνόμαστε λοιπόν στον ή στους ασφαλιστικούς φορείς και αιτούμαστε την επίσημη καταμέτρηση του συνολικού χρόνου ασφάλισής μας. Ετσι, με τα πλήρη αυτά στοιχεία έχουμε τη δυνατότητα να επιλέξουμε τον ευνοϊκότερο και ασφαλέστερο δρόμο που θα ακολουθήσουμε.

2. Διασφάλιση μειωμένης σύνταξης (62 ετών και 4.500 ημέρες).

3. Ως προϋπόθεση μειωμένης σύνταξης (62 ετών και 4.500 ημέρες) απαιτείται και ασφαλιστικός δεσμός. Δηλαδή, τουλάχιστον 100 ημέρες ασφάλισης ανά έτος τα τελευταία πέντε έτη (57-61) που προηγούνται της αίτησης για σύνταξη. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαίωμα αυτό χάνεται και η δυνατότητα σύνταξης αυξάνεται κατά πέντε έτη. Ο χρόνος για τη συμπλήρωση των 100 ημερών δεν εξαγοράζεται, ισχύει μόνο του ταμείου ανεργίας ή της προαιρετικής ασφάλισης (αυτασφάλιση).

4. Το δικαίωμα αυτασφάλισης ασκείται μέχρι τρεις φορές, η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε έναν χρόνο από τη διακοπή της εργασίας ή οποτεδήποτε όταν υπάρχουν 3.000 ημέρες στην ασφάλιση.

5. Η μείωση της σύνταξης είναι 0,5% για κάθε έναν μήνα που υπολείπεται του 67ου έτους (6% ανά έτος ή 30% για πέντε έτη) επί του ποσού εθνικής σύνταξης.