Πάτρα: Ο θεός των μικρών πραγμάτων στα λαϊκά καπηλειά της Άνω Πόλης- Ιστορίες ατελείωτου ντόρου, αλλά και δυσεύρετης πλέον αλληλεγγύης | dete

Πάτρα: Ο θεός των μικρών πραγμάτων στα λαϊκά καπηλειά της Άνω Πόλης- Ιστορίες ατελείωτου ντόρου, αλλά και δυσεύρετης πλέον αλληλεγγύης

Ο μύθος του λαϊκού ανθρώπου που ξεγελάει με κρασί την καθημερινότητά του, επικοινωνεί τη χαρά και τη θλίψη του καθισμένος σε ένα μικρό τραπέζι όπου φιγουράρουν  ένα ποτήρι και μια λαδόκολλα, ξεσπάσει σε ένα ζεϊμπέκικο ανάμεσα σε θεόρατα βαρέλια στα οποία ζυμώνεται ο χρόνος και ο …θεός των μικρών πραγμάτων, είχε την έδρα του στην πάνω πόλη της Πάτρας, εκεί όπου το ρολόι έγνεφε με το δικό του τρόπο στις ώρες.

Η άνω πόλη των ωραίων γραφικών τύπων και της βαρέως φερόμενης στα οδούς και στα ρίμας μαγκιάς, των βιοπαλαιστών και των έτοιμων πάντα για καυγά που κατέληγαν να τα πίνουν στην ίδια παρέα με τα «πυρομαχικά» πεταμένα στο χώμα  ή το παλιάς κοπής πλακάκι, αριθμούσε πάνω από 50 ταβέρνες μόνο πέριξ της Παντοκράτορος τις δεκαετίες του ΄50, του ΄60 και του ΄70.

Εκεί γράφτηκαν ιστορίες ατελείωτου ντόρου, αλλά και δυσεύρετης πλέον αλληλεγγύης.

(Έξω  από την ταβέρνα του Αποστόλη τη δεκαετία του ’20. Αριστερά με το καπέλο ο πρώην ιδιοκτήτης Δημήτρης Κολοπάνας. Από το  λεύκωμα «Αχαιών γεύσεις», εκδόσεις  Πάτρα Πολιτιστική Πρωτεύουσα)

 

Η ταβέρνα του Αποστόλη

Στα 1925 ο Αποστόλης Βερβίτας έρχεται παιδί στην Πάτρα από την ορεινή Ηλεία και αναλαμβάνει την πασίγνωστη ταβέρνα του Αποστόληπου έγραψε ιστορία στην πάνω πόλη, στη Γεωργίου Ρούφου στο ύψος της  Λόντου. Την ταβέρνα πριν την είχε ο Κολοπάνας, που εξακολούθησε να είναι πελάτης της.  Ήταν η εποχή που  στη Γερμανού κοντά στις ταβέρνες που σερβίρανε κρασί, στήνονταν πλανόδιοι  που πουλάγανε αγκινάρες και άλλοι με  γκαζιέρες, στις οποίες μαγείρευαν γαρδούμπα  λαδορίγανη, φασολάδα  και άλλα φαγητά που τραβάγανε κρασί. Οι πελάτες από τις ταβέρνες πήγαιναν με ένα κύπελλο, αγόραζαν μεζέ και συνέχιζαν στην ταβέρνα την οινοποσία. Υπήρχε και η εναλλακτική για όσους δεν είχαν: να βουτήξουν λίγο ψωμί στη σάλτσα με δύο δεκάρες.

Στην  ταβέρνα του Αποστόλη στο πέρας του χρόνου μπορούσε κανείς να απολαύσει φαγητά της κατσαρόλας και κρέατα μαγειρευτά, ενώ πολλές ήταν και οι στιγμές που γινόταν μεγάλο γλέντι συνοδεία οργάνων που έφερναν μαζί τους οι θαμώνες. Αξέχαστα έχουν μείνει τα γλέντια της δεκαετίας του ’50 και του’60, οπότε και το μαγαζί απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη  φήμη, ξέφυγε από τη λαϊκή διάσταση της περιοχής και  έγινε προορισμός της  αστικής τάξης.

 

(Ο απίθανος πάγκος από μάρμαρο του Γιαννόπουλου που κέντρισε το ενδιαφέρον της αρχαιολογικής υπηρεσίας)

(Δεξιά ο μπάρμπα Κώστας ο Γιαννόπουλος)

 

Η ταβέρνα του Γιαννόπουλου

Ξακουστή ήταν η ταβέρνα του Γιαννόπουλου στην οδό Μπουκαούρη μεταξύ  Παλαιών Πατρών Γερμανού και Γεωργίου Ρούφου. Ξεκίνησε αμέσως μετά τον πόλεμο, το 1945 και έγινε ένα από τα μακροβιότερα στέκια της πάνω πόλης. «Στην αρχή το είχε ο αδελφός του παππού μου, Γιαννόπουλος και αυτός, Δημήτρης στο όνομα» λέει η Έφη Γιαννοπούλου.  «Πρώτα το μαγαζί ήτανε τέρμα Ζαΐμη στο Βλατερό. Η δική μου οικογένεια  το λειτούργησε μετά το 1960 εδώ. Ο  πατέρας μου ο Ανδρέας και ο αδελφός του ο Κωνσταντίνος...  Ο πατέρας μου ασχολείτο με την παραγωγή και ο αδελφός του ήταν αυτός που πούλαγε κρασί στο μαγαζί. Ο θείος μου έζησε όλη του τη ζωή στην ταβέρνα  μέχρι που έφυγε».

Η ταβέρνα του Γιαννόπουλου μάζευε το λαϊκό  κόσμο από όλη την Πάτρα, «και παράλληλα συγκέντρωνε και μορφές ανθρώπων που σύχναζαν σε ταβέρνες, αυτό που λέμε τύπους. Είχανε όλοι το παρατσούκλι τους»

Όλα τα χρόνιαλειτούργησε ως οινοποιείο, πούλαγε κρασί σκέτο. «Οι θαμώνες φέρνανε μαζί τους από το σπίτι τους μεζέδες, τυρί, ρέγγα, και πίνανε εδώ το κρασί τους. Κάποιοι μάλιστα ξεκινάγανε από το πρωί.Είχε πολλές ποικιλίες κρασιού το μαγαζί και ήτανε φημισμένο για την ξηρή του μαυροδάφνη. Δίναμε και κρασί για το σπίτι σε μπουκάλες που έφερναν μαζί τους οι πελάτες ή οι νοικοκυρές».

Μέσα στο χώρο υπήρχαν τεράστια βαρέλια που χώραγαν τρεις τόνους.

Οι μέχρι και την ημέρα που έκλεισε θαμώνες του Γιαννόπουλου Γιάννης Χαριτάτος και Νικόλαος Πλέγας περιγράφουν έναν κόσμο «αναμμένο» με  το...σπίρτο του πικάντικου.

«Εδώ ήτανε η γη της επαγγελίας. Τότε ο κόσμος  είχε λεφτά, είχε δουλειά. Η  ταβέρνα  ήτανε για αυτόν το άλφα και το ωμέγα» λέει ο κ. Χαριτάτος.

«Η γειτονιά στη δεκαετία ΄70 είχε τουλάχιστον δέκα ταβέρνες, που δεν υπάρχουν τώρα. Του Γιαννόπουλου ήτανε από τις καλύτερες. Έχουν περάσει από εδώ άνθρωποι από όλα τα στρώματα και όλες τις ηλικίες.

Ο Κώστας ο Γιαννόπουλος, ο ταβερνιάρης, καθόταν δίπλα στο ψυγείο. Πάντα στην ίδια θέση.

Από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες θαμώνων ήταν  ο Παναγιώτης ο Πανάς με το μουστάκι, ο Μαθιόπουλος, από τους μεγαλύτερους μάγκες της Πάτρας που πέθανε από καρδιά, έπαθε  έμφραγμα 55 χρονών πριν από 20 χρόνια, ο Τιριτόμπας, ο Ματσινόπουλος...

Γινότανε μεγάλος ντόρος ειδικά τις Κυριακές και τα  μεσημέρια. Όχι τόσο βράδυ... Τα μεσημέρια γινότανε το μεγάλο γλέντι, όταν τελειώναμε τις δουλειές μας. Σηκώναμε τη γειτονιά στο πόδι».

(Ο Πανάς, θαμώνας της ταβέρνας του Γιαννόπουλου (αρχείο οικογένειας Γιαννόπουλου).

Ο Κουζινάκιας και ο Μπιλίρης

«Άλλος πέρναγε με κιθάρα άλλος με ακορντεόν, έρχονταν γύφτοι, πραματευτάδες, εργάτες... Μόνιμοι ήταν ο Κουζινάκιας και ο Μπιλίρης που πάντα σκοτώνονταν μεταξύ τους. Κοντός ο Κουζινάκιας κοντός και Μπιλίρης και αδύνατοι και οι δύο σαν στέκες. Πάντα καθόσαντε σε διαφορετικές παρέες και πάντα πείραζε ο ένας τον άλλονε» λέει ο κ.Πλέγας.

«Ο Μπιλίρης είχε έναν κόκορα και τους πείραζε όλους εδώ μέσα ότι “εγώ θα σφάξω τον κόκορα την Κυριακή και δεν θα σας φέρω να φάτε ούτε ένα μεζέ” Και ο Κουζινάκης που τον φωνάζαμε Κουζινάκια, με κάτι άλλους πήγανε στο κοτέτσι, του κλέψανε τον κόκορα,  τον μαγειρέψανε και τον φέρανε εδώ και του είπανε του Μπιλίρη «κοίτα μην ακουμπήσεις γιατί μας έκανες μαγκιά ότι θα τον φας μόνος σου». Το τι έγινε; Πρέπει να τους ακούσανε στα Προσφυγικά..  Αυτά γίνονταν τη δεκαετία του ΄70 και του ‘80.

Γινότανε σαματάς μεταξύ τους, αλλά δεν κρατάγανε κακία. Μετά από  δύο τρία κρασιά,  τα πίνανε μαζί».

(Ο Μπιλίρης έπαιζε φυσαρμόνικα και τραγουδούσε ελαφρά σουξέ της εποχής).

 

Ο Γκολές, ο Τσιατάς, ο Γιάνναρος και ο Αγάθωνας

«Έρχονταν και φοιτητές στην  ταβέρνα αλλά και γυναίκες» θυμάται ο κ. Χαριτάτος.

«Έπαιζαν τραγουδάκια στο ράδιο ή έρχονταν με μπουζούκια και μπαγκλαμαδάκια. Ερχότανε ο Γκολές και ο συγχωρεμένος ο Τσιατάς και ο Αγάθωνας και άλλοι πολλοί άνθρωποι απλοί που έφερναν μαζί τους όργανα.

Ο Αγάθωνας έχει πάρει το συγχωρεμένο τον Κώστα και του λέει «11 η ώρα θα είμαι στην Πάτρα με παρέα».  Του λέει «δέκα κλείνω». «Έρχομαι με παρέα κάτω, τι θα κάνεις δεν ξέρω» του απαντάει. Πήγε ο Κώστας ψώνισε φαγητά, και έκανε μια τραπεζαρία μεγάλη και μας πήρε 5 η ώρα το πρωί.

Γλένταγε ο κόσμος τότε, δεν είχε άγχος και προβλήματα.

Το μάρμαροπου ήτανε  στον πάγκο, το είχε ίδιο και το καφενείο του Μπαραμπάντη στη Γερμανού και Αγίου Δημητρίου. Τα είχανε φτιάξει παλιοί μαστόροι τη δεκαετία του ΄20 και του ‘30. Είναι όλο στο χέρι φτιαγμένο, με λεπτομέρειες, με πόδια από λιοντάρι, κανονικό έργο τέχνης. Στου Γιαννόπουλου ήτανε θαμώνας κι ο Γιάνναρος. Πριν φτάσει στην ταβέρνα περνούσε από το γραφείο κηδειών του Χαριτάτου και του έλεγε: “Ο μπάρμπα Γιάννης το πρωί ξυπνάει κατά τις δέκα, παρακαλάει το θεό να φύγουν άλλοι δέκα».

 

Του Σινούρη και ο ξακουστός Τσεκούρας

Στην περιοχή τέρμα Παντοκράτορος και Παπαδιαμαντοπούλου, ήτανε η ταβέρνα τουΣινούρη.

«Στην αρχή είχε πρόσοψη στην Εϋνάρδου. Το σπίτι τους, όπου και το μαγαζί,  έβγαινε στην Ευνάρδου πριν το ‘50 και στο στενάκι της Παπαδιαμαντοπούλου, μετά το ‘60. Ο Νίκος ο Σινούρης  ήταν δύο μέτρα άνθρωπος, είχε  και ελαιοτριβείο τέρμα Μπουκαούρη. Η ταβέρνα λειτουργούσε πριν από τον πόλεμο και μέχρι το 1990» περιγράφει ο Γιώργος Κοντογιάννης.

«Εκεί μαζευόταν όλη η μαγκιά της Πάτρας και της Ελλάδας. Τα ντουμάνια δίνανε και παίρνανε. Μόνιμος στο μαγαζί ήτανε ο  Τσεκούρας, φίλος του Σινούρη.  Ήτανε ρακοσυλλέκτης στην Αθήνα ο Τσεκούρας και σύχναζε στο καφενείο  που μαζεύονταν οι ηθοποιοί. Είχε   ωραίο πίτσι και τον χαρτζιλικώνανε. Μετά ήρθε στην Πάτρα. Μπλεκότανε συνέχεια σε επεισόδια.  Που είναι ο Τσεκούρας; Η συνηθισμένη απάντηση ήταν“στη μπουζού”. Ήταν  ένα μικρό ταβερνάκι ούτε  15 τετραγωνικά. Ανοίγοντας την μπέρτα και μπαίνοντας μέσα είχε δεξιά ένα τζάκι και ένα ημικύκλιο καναπέ. Από πάνω ένα ξύλινο πατάρι με βαρέλια. Για να σηκωθείς από τον καναπέ έπρεπε να σηκωθούν όλοι για να περάσεις. Στου Σινούρη είχανε γίνει ατελείωτα γλέντια. Ο Μπάμπης ο Γκολές με άλλους κάνανετριήμερα. Μπαίνανε  Παρασκευή και βγαίνανε Κυριακή και Δευτέρα».

 

(Μεγάλα βαρέλια, τσίγκινα τραπεζάκια...)

((Στην ταβέρνα του Σινούρη. Στο κέντρο ο ιδιοκτήτης της (αρχείο Γιώργου Κοντογιάννη).

 

Η μαγκιά, ήταν η υπέρτατη αξία

«Ξεκινάγανε από του Σινούρη παρέες με κιθάρες και μαντολίνα και κάνανε διαπόμπευση στον καρνάβαλο, συνοδεύοντας γραφικούς τύπους. Ήταν η μόνη ταβέρνα που είχε λειτουργήσει στην Κατοχή με αφορμή το Καρναβάλι.

Θα σου πω ένα περιστατικό για να καταλάβεις το γινότανε εκείνη την εποχή. Η μάνα μου που έμενε δίπλα στου Σινούρη, δεν έσφαζε ποτέ κότα. Της την έσφαζε ο Σινούρης. Του λέει μια μέρα «Νίκο, σφάξε μου την κότα» και της λέει ο Σινούρης για να της κάνει πλάκα «περίμενε Ανδριάνα να έρθει ο μάγκας να στη σφάξει. Περνάει λοιπόν ο  Τσεκούρας, γεροντόμαγκας ωραίος, του λέει «σφάξε μου την κότα».

«Τι είπες;» της λέει «σφάζουνε οι μάγκες κότα; Μόνο άνδρες σφάζουν. Ανδριάνα μου σε αγαπάω σε εκτιμάω αλλά με αυτή την κουβέντα που είπες ανοίξαμε προηγούμενο». Τσαντίστηκε σοβαρά ο Τσεκούρας βρήκε τον μπελά της η μάνα μου».

 

Στου Μανιτάρα

Ακριβώς απέναντι από την ταβέρνα του Γιαννόπουλου ήτανε η ταβέρνα του Μανιτάρα. «Αυτός έφτιαχνε το καλύτερο κρασί. Ήτανε ιδιότροπος άνθρωπος. Αν έριχνες κάτω τον καπνό από το τσιγάρο,  έπρεπε να έχεις φύγει. Ήταν σε λειτουργία  τη δεκαετία του 50, του 60 και του 70. Δεν πολυπήγαινε όμως κόσμος γιατί ήτανε ιδιότροπος. Ήθελαν οι μπεκρήδες να κάνουν τα δικά τους αλλά αυτός δεν σήκωνε πλάκα» λέει ο κ. Κοντογιάννης.

«Ο Ανδρέας ο Τσεκούρας η πρώτη μαγκιά της Πάτρας, κάνει μια μέρα να πληρώσει σε δραχμές ένα δεκάρικο και του δίνει  πίσω ο Μανιτάρας ένα τάλιρο και κάτι κέρματα. «Ίσα ρε του λέει του Μανιτάρα σάπιο τάλιρο ρε; Τι μου έδωσες, εμένα θα μου δώσεις καινούργιο». Τα είδε όλα ο Μανιτάρας. Ο Τσεκούρας  είχε και ένα σουγιά πάνω του συνέχεια, καταλαβαίνεις. Ήταν θαμώνας στις ταβέρνες αυτές και ο Μπέμπης ο Ευθυμίου, κολλητός του Σινούρη, πανύψηλος και αυτός»

 

Στου Μουστάκα

Ηταβέρνα του Μουστάκα βρισκότανσε  ένα  παμπάλαιο κτίσμα  δίπλα στην καζάρμα στους στρατώνες Παντοκράτορος και Μπουκαούρη. Η εστία ήταν κτιστή και  βρισκόταν στη μέση του μαγαζιού. «Ήταν ισόγειο και σερβίριζε ωραίο μπακαλιάρο και γίγαντες»

Παραπέρα ήταν η ταβέρνα του Σπυράκη του μανάβη. «Το μανάβικο εδώ η ταβέρνα εκεί. Ακριβώς απέναντι».

Στη Λόντου η Ταβέρνα του Λάκη από το Σαραβάλι που ήτανε και μαγέρικο. Πάνω ψηλότερα στη Λόντου η ταβέρνα του Νώντα του Σπανού, ένα  μικρό καπηλειό. «Το σπίτι ήτανε από μέσα και είχε ένα δωμάτιο μπροστά που ήτανε το μαγαζί».

 

Ο θρυλικός Σαϊνης

Από τα πασίγνωστα μαγαζιά της άνω πόλης το καφενείο του Γιακουμή από τη δεκαετία του ‘ 70, μια παράγκα με  προπολεμικό κεραμίδι που έμεινε ανοικτή έως το  1972-73, ψηλά σε ένα στενάκι της Παντοκράτορος. Απέναντι ήταν η ταβέρνα του Μπινογιάννη, μια παράγκα.

«Εκεί στου Γιακουμή, ήτανε μόνιμος ο Σαϊνης. Ο Σαϊνης ήτανε πακετατζής.  Πακετατζήδες ήτανε αυτοί που παίρνανε εμπορεύματα υφάσματα, κουρτίνες κουβέρτες και βγαίνανε στη γύρα.

Ήτανε εξαίρετος άνθρωπος», λέει ο κ. Κοντογιάννης.

Η καταγωγή του ήτανε απότην Τριταία. Και έμενε στην Πάτρα  από την αρχή σε αυτή τη γειτονιά. Ο πατέρας του ήτανε γανωματής.  Όλη η οικογένεια είχε ένα θέμα κληρονομικό. Ο Σαίνης το απέκτησε πολύ πιο μεγάλος. Είχε αυτό το παρατσούκλι από την εξυπνάδα που είχε πριν τρελαθεί. Ήτανε πολύ εύστροφος άνθρωπος. Και πολύ ευαίσθητος. Έπαιρνε το μερτικό του από το σύνταξη και το έκανε τάλιρα και γύριζε να δει ποιος είναι ρέστος και του έλεγε “πάρε ένα τάλιρο”.

Στην αρχή ερχότανε στο καφενείο κύριος με το κοστούμι του το γαρυφαλλάκι του ή το άνθος της εποχής. Και ξαφνικά, εκεί που ο Σαϊνης ήταν σένιος, τον βλέπουμε να κυκλοφορεί αξύριστος. Την κοπανάει μετά  και φεύγει και πάει στα Γιάννενα με τα πόδια. Και γυρίζει μετά από  βδομάδες και αρχίζει τις μούρλιες. Τα είχε βάλει με το Μαύρο τότε με το Κυπριακό και κάνει έτσι και πάει στη Βουλή με ένα καδρόνι να σκοτώσει το Μαύρο. Μετά βάρεσε μια κοπέλα στην Ομόνοια γιατί φόραγε παντελόνια. Και μια άλλη φορά έσκαβε με κασμά έξω από τον Παντοκράτορα».

(Ο ξυπόλυτος Σαϊνης στην ταβέρνα του Γιαννόπουλου (αρχείο οικογένειας Γιαννόπουλου).

Ο έρανος για τον Σαϊνη

«Τον πήγανε στην Τρίπολη. Ο Γιακουμής, ο καφετζής, είχε βγει στη γειτονιά σεργιάνι και μάζευε λεφτά για τον Σαϊνη. Ήτανε ντόμπρος ο Γιακουμής.  Όλοι οι πελάτες του βοήθησαν. Του δίνει τα λεφτά στο χέρι όταν βγήκε και ένα χαρτί στο οποίο σημείωνε ποιος έδωσε τι.  Ο Γιώργος ήτανε χαμένος από τα φάρμακα. Πήγαινε όμως  σε έναν -έναν και τους ευχαριστούσε. Όταν ήτανε ακόμη καλά, τα Χριστούγεννα, τις χρονιάρες μέρες,  το Πάσχα, πήγαινε στον  χασάπη, στον μανάβη και ψώνιζε και έλεγε “έλα δω, θα το πας εκεί, χωρίς να πεις το όνομά μου”. Το πρώτο  αυτοκίνητο το Τάουνς το κυκλοφόρησε ο Σαϊνης  εδώ στη Γερμανού και το έδειχνε στους πακετατζήδες που έφευγαν από του Γιακουμή να πάνε στις πόλεις. Ξεπουλούσε με άνεση. Είχε πίτσι. Οι άλλοι κάνανε μήνες».

Ο Βαγγέλας ο μάγκας

Εκεί στου Γιακουμή σύχναζε και ο Βαγγέλας άλλος μάγκας. Είχε φτιάξει ένα σπιτάκι πάνω στο πλατάνι. Και του λέει ο χωροφύλακας «τι γίνεται εδώ πάνω» και αυτός λέει «τα πουλάκια το πήγανε εκεί πάνω».

Ξακουστή ταβέρνα στην άνω πόλη, ήταν η «Κρήνη» του Κρίκη, η οποία άνοιξε στα 1948 και παραμένει σε λειτουργία.

(απόσπασμα από το βιβλίο «Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα» της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου, εκδόσεις «το δόντι» σε συνεργασία με τον ΣΚΕΑΝΑ)