Ο Τσιτσάνης και η αχάριστη γυναίκα… (τoυ Θανάση Κούστα)

  • Το χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 μέρες Ενημέρωση"

Η Γυναίκα έχει κυρίαρχο ρόλο στο τραγούδι, στο Δημοτικό, στο παραδοσιακό και στο λαϊκό. Υμνήθηκε με πολλούς τρόπους και εκφράσεις γενικά όπως η μάνα, η σύζυγος αλλά κυρίως… το αίσθημα.  Πολλοί στιχουργοί του λαϊκού τραγουδιού , αφιέρωσαν μεγάλο μέρος του έργου τους στην γυναίκα.

Όταν ο Πυθαγόρας έγραψε:

«Όταν πίνει μια γυναίκα κι όταν παραφέρεται                                        

 μη την επαραξηγείτε πως πονάει δεν ξέρετε».

είχε στο μυαλό του την  γυναίκα που πονάει από έρωτα και σίγουρα προδομένη.  Η γυναίκα που θέλει να παραφερθεί για να ξεχάσει ή για να θυμηθεί. Και συνεχίζει…

«Μου λένε πια να μη μεθώ, γιατί δεν επιτρέπεται,                                    

μα της καρδιάς μου τον καημό εσείς δεν το εξέρετε».

Τι επιτρέπεται τελικά; Πόσο συμβιβασμένη μπορεί να είναι μία γυναίκα στους κανόνες που της επιβάλλονται από την κοινωνία;

Ενώ η Βιτάλη τραγούδησε:

«Μη φοβάσαι και προχώρα είμαι εγώ στο πλάϊ σου,                             

στη ζωή, στην ανηφόρα και στο προσκεφάλι σου,                                

παίρνω πάνω μου τα βάρη που η ζωή σου φόρτωσε                          

γίνε πάλι παλληκάρι ξέχνα ποιός σε πρόδωσε».

Είναι η γυναίκα που στέκεται δίπλα σε εκείνον που αγαπά, που του δίνει δύναμη και θάρρος και του λέει:

«Μια γυναίκα μπορεί τη ζωή σου να αλλάξει μπορεί                             

Μια γυναίκα να χαράξει καινούρια αρχή».

Είναι η γυναίκα που μπορεί να τα φέρει όλα πάνω κάτω. Γιατί μία γυναίκα έχει πάντα τον τρόπο να το κάνει.

Όμως ο Στράτος Διονυσίου, υπενθυμίζει πως καμιά φορά η γυναίκα γίνεται σκληρή και άκαρδη. Με λίγα λόγια γίνεται ο κακός της εαυτός.

«Σκυφτέ διαβάτη της βροχής και ταξιδιώτη της ζωής                               

η προδοσία μιας γυναίκας σε βαραίνει,                                                           

μην πίνεις άλλο και μεθάς και τη ζωή σου μη χαλάς,                            

είναι γραφτό ότι αρχίζει να πεθαίνει»                                                                

και συμπληρώνει:                                                                                

«Της γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος,                                                                  

πότε κόλαση και πότε ο παράδεισος».

Ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο μεγάλος στιχουργός, συνθέτης κι ερμηνευτής αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος του έργου του στην γυναίκα.  Με την παρέα μου νεαροί φοιτητές, αρχές της δεκαετίας του 1970, είχαμε γίνει συχνοί θαμώνες στο «Χάραμα» που έγραψε ιστορία στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής… τραγουδήσαμε μαζί του, χορέψαμε αλλά και τον ακούσαμε να μας διηγείται ιστορίες αλλά και συμβουλές με τον μοναδικό θαυμάσιο ποιητικό τρόπο που εκφραζόταν…..  και όταν ανέβαινε στο πάλκο εκθείαζε την γυναίκα, όπως αυτός μοναδικά ήξερε. «Δεν ρωτώ ποια είσαι, Αρχόντισσα, Γλυκοχαράζουν τα βουνά , Γιατί με ξύπνησες πρωϊ, Γαλανομάτα,  Απόψε κάνεις μπαμ».

Μια απέραντη σιγή απλωνόταν στο μαγαζί, όταν η πενιά του μπουζουκιού έπιανε την εισαγωγή της «Αχάριστης», του τραγουδιού-ύμνου που έγραψε πάνω σε πραγματική ιστορία και θεωρείται από τα κορυφαία του συνθέτη.

«Δε ρώτησες τόσο καιρό για μένα                                                              

 πως πέρασα τρελή στην ξενιτιά                                                                        

σ’ αγάπησα, δυστύχησα για σένα                                                                         

και σέρνομαι κακούργα, μακριά.

Τα βάσανά μου μ’ έριξαν στα ξένα                                                               

και μ΄ έχουν της ζωής κατάδικο                                                                   

αχάριστη, δεν πόνεσες για μένα                                                                       

 κι αυτό το βρίσκω να ‘ναι άδικο.

Μου είπανε πως ζεις ευτυχισμένη                                                       

θεότρελη, στα πλούτη κολυμπάς                                                              

μα μια κατάρα πάντα θα σε δέρνει                                                       

του του προδομένου ο πόνος της καρδιάς.»

Στο βιβλίο του με τίτλο «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια», ο Λευτέρης Παπαδόπουλος γράφει για τον Τσιτσάνη.

Ένας σπουδαίος δημοσιογράφος, μεταφραστής και κριτικός του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας, ο Κώστας Σταματίου, πήγε με ένα φίλο του Γάλλο συγγραφέα να ακούσουν τον Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης ανέβηκε στο πάλκο και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει..

ο Σταματίου μετέφραζε στον Γάλλο λέξη-λέξη όλα τα τραγούδια. Κάποια στιγμή ο Τσιτσάνης έπαιξε την «Αχάριστη». Όταν τραγούδησε τον στίχο «πως πέρασα τρελή στην ξενιτειά», ο Σταματίου κόμπλαρε, δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει την λέξη τρελή. Γιατί η λέξη αυτή στα Γαλλικά σημαίνει άρρωστο άνθρωπο, παράφρονα, έγκλειστο στο φρενοκομείο. Στο διάλειμμα έπιασε ο Σταματίου τον Τσιτσάνη και τον ρώτησε. «τι θέλεις να πεις με την λέξη τρελή στο τραγούδι σου», κι ο Τσιτσάνης του απάντησε:

«Όμορφη, αχάριστη, γυναίκα του μπελά, γυναίκα που σ’ αγαπάει, αλλά ρίχνει κι ολόγυρες ματιές, γυναίκα που πεθαίνεις γι’ αυτήν, αλλά δεν της έχεις κι εμπιστοσύνη γιατί μπορεί να σε προδώσει, γυναίκα για την οποία μπορείς να μείνεις και άφραγκος, να σκοτώσεις, να καταλήξεις στην φυλακή, γυναίκα που πας στον παράδεισο όποτε την αγκαλιάζεις….». Έλεγε, έλεγε ο Τσιτσάνης και ο Σταματίου έγραφε. Και όταν εξήγησε στον Γάλλο συγγραφέα τι σημαίνει στα Τσιτσανέϊκα τρελή , τον έστειλε κατ’ ευθείαν στο Δρομοκαϊτιο.