Οι «Διαπραγματεύσεις» του Σπύρου Βρεττού | dete

Οι «Διαπραγματεύσεις» του Σπύρου Βρεττού

του Γιάννη Μουγγολιά

 

Το δημιουργικό έργο του Σπύρου Βρεττού παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη ποικιλομορφία αφού ο συγγραφέας έχει καταθέσει σημαντικές δουλειές στους χώρους της ποίησης, του δοκιμίου και των διηγημάτων (μια θαυμάσια πρώτη απόπειρα πρόσφατα στη μικρή φόρμα με το «Ένας αόριστος άνθρωπος») με αποτέλεσμα να έχουν διευρυνθεί οι εκφραστικοί κώδικες επικοινωνίας του με το κοινό. Ωστόσο η έκδοση της ένατης ποιητικής συλλογής του «Διαπραγματεύσεις» (εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2019) φέρνει τον Σπύρο Βρεττό σε ένα μεταίχμιο στην ποιητική του διαδρομή και έρχεται να συμπληρώσει μια ακολουθία ποιητικών συλλογών, που άρχισαν το 1985 με την συλλογή «Ως Αζτέκοι στις Αζόρες».

Θα επιχειρήσουμε να διαβάσουμε την ποίηση του Σπύρου Βρεττού φωτίζοντας κάποιες ιδιαίτερες πτυχές της. Και βεβαίως θα το κάνουμε παραθέτοντας τον ακέραιο λόγο του ποιητή μέσα από στίχους του. Γιατί η ποίηση παραμένει ο πρωταγωνιστής στην οποιαδήποτε δική μας προσέγγιση.

Στις «Διαπραγματεύσεις» έχουμε τρεις ενότητες που δομείται ο ποιητικός στοχασμός: «Ο ανακριτής και το γεγονός», «Συνεχείς διαπραγματεύσεις» και «Μικρή ερωτική ιστορία». Ενότητες με διακριτή θεματική και προσανατολισμό, που ωστόσο δεν εγκλωβίζουν τη σκέψη και τις ιδέες του ποιητή, αφού πολλές φορές συναντάμε κοινά θέματα, προβληματισμούς, μεθόδους στα ποιήματα και των τριών ενοτήτων.

Στην πρώτη ενότητα μια ιδιαίτερα πρωτότυπη ιδέα του Βρεττού θέτει την ποίηση σε κίνηση καθιστώντας την ιστορία. «Κάποιος ονόμασε τον εαυτό του ανακριτή και αποφάσισε να διαλευκάνει ένα γεγονός που συνέβη στις 15 Μαρτίου». Όλα μοιάζουν τόσο συγκεκριμένα, σαν ιστορία. Αλλά μην γελιόμαστε, έχουμε να κάνουμε με ποίηση. Το γεγονός αυτό «για το οποίο κανείς δεν ήταν σε θέση, ή δεν ήθελε να μιλήσει». Η αοριστία και η σύγχυση του συμβάντος αντικατοπτρίζεται στην πρώτη μαρτυρία. Κυριαρχεί η αισθητική θεώρηση του κόσμου («ζητήματα αισθητικής κατείχαν το μυαλό μου»). Ο μάρτυρας είναι σαφής δίνοντας με τον καλύτερο τρόπο την αβεβαιότητα: «κοιτούσα μα δεν έβλεπα», «[…] πίσω από το γεγονός […] / κάποιος περνούσε με άλογο / ελευθερώνοντας πουλιά», «[…] αυτό που αποκαλούμε γεγονός, / είχε χαθεί με τα πουλιά / […] / τίποτα δεν ήταν ορατό / ή λες και όλα έγιναν ένα μεγάλο βλέμμα».

Ο ποιητής θέτει το δικό του σκηνικό όπου οι μάρτυρες θα συμβάλουν με τις μνήμες και το σκάλισμα του νου τους στη διαλεύκανση της υπόθεσης χωρίς ποτέ να μας προσφέρουν ακέραιη την αλήθεια αλλά μόνο μέρη αυτής. Ο Βρεττόςως δικηγόρος στο επάγγελμα έχει πολλές φορές βρεθεί αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση. Όμως εδώ έχουμε ποίηση και ο ποιητής Βρεττός θέτει τη διαλεύκανση με όρους ποιητικούς. Ο ποιητής χρησιμοποιεί ποιήματα-μαρτυρίες για να φτάσει στην αλήθεια, για να περιγράψει το γεγονός που συνέβη στις 15 Μαρτίου (εμφανής παραπομπή στο ποίημα του Κωνσταντίνου Καβάφη «ΜάρτιαιΕιδοί»). Το γεγονός όμως συνεχώς μένει απροσδιόριστο («είχε χαθεί στον κουρνιαχτό»). Ο ποιητής αναρωτιέται αν ο πόλεμος είναι το γεγονός ή αν είναι ο έρωτας («μάλλον θα το έλεγα συμβάν ερωτικό»). Στο ποίημα «Ο μάρτυς Καίβαρ στις 15 του μηνός» έχουμε ταύτιση του υποκειμένου με τον Καίσαρα μέσω ενός τυπογραφικού λάθους. Ο ποιητής παίρνει τη θέση του Καίσαρα που λαμβάνει ένα προφητικό, προειδοποιητικό σημείωμα για την απόπειρα δολοφονίας του (αναλογία με το θέμα του ποιήματος «ΜάρτιαιΕιδοί»). Μιλά για τον θάνατο του ποιητή. Έτσι το αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Ωστόσο το γεγονός στο ποίημα του Βρεττού παραμένει ανεξιχνίαστο («Ώστε για μένα γεγονός / είναι αυτό που ουδέποτε συνέβη / και ούτε με απειλεί. / Και για εσάς / εκείνο που γλιστρά και χάνεται / στις λέξεις των μαρτύρων»). Και από την άποψη αυτή έχουμε ένα θαυμάσιο ποίημα ποιητικής.

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της ποιητικής συλλογής ο Βρεττός μας χαρίζει θαυμάσια ποιήματα ποιητικής. Ο ποιητής λαξεύει ως γλύπτης και συνομιλεί με τα δημιουργήματά του. Στο «Δυο γλυπτά που ζηλεύονται μεταξύ τους» με υπότιτλο «μιλάνε στον γλύπτη που τα έφτιαξε», ο ποιητής στοχάζεται για τις αρμονικές δοσολογίες του ποιήματος: «εδώ θα μείνω, σκέφτηκε / εδώ και να τιμωρηθώ, / αφού κι εγώ γλυπτά τιμώρησα / λαξεύοντας και σπάζοντας την πέτρα τους / -ποτέ δεν ήξερα πώς να το κάνω το γλυπτό, /πόσο από αυτό να αφαιρέσω / και πόσο να αναμετρηθώ- / εδώ να μείνω στ΄ άγρια κλαδιά / που αφαιρούν το σώμα μου / -ούτε αυτά το ξέρουνε πώς να το κάνουν το γλυπτό / και πόσο από μένα να αφαιρέσουν», «[…] τα δυο γλυπτά να βρούνε τον δημιουργό τους / δήθεν για κάτι τελειώματα / - μια γωνιά στον μηρό να λειανθεί, / ένα φιλί στην άκρη των χειλιών να μπει - / τον είδαν να έρχεται κοντά / όπως δεν τον γνωρίζαν».

Ως ποίημα ποιητικής μπορούμε να προσεγγίσουμε και το «Ας έχει και το φως μια αιτία» από την πρώτη ενότητα, όπου ο ποιητής λαμβάνει το προσωπείο του ανακριτή που κρυφακούει το ζευγάρι στο διπλανό δωμάτιο: «Δεν θέλω να ανακρίνω πια / αλλά να ακούω / Λέξεις να έρχονται  από μακριά / ή έστω από δίπλα. / Μια γλώσσα έτοιμη παρακαλώ / και όχι να πρέπει εγώ να τη συνθέτω. / Να πάψω πια να θεωρώ / ότι το γεγονός το άγνωστο / […] / κατάντησε να είναι η γλώσσα μου / καθώς δεν πρόλαβε ποτέ τη σκέψη μου / ακέρια να την καταγράψει».

Ερωτικό ή πολεμικό το γεγονός, έχει σχέση με την απλή καθημερινή ιστορία (ιστορία με το ι μικρό) ή με την ιστορία με το κεφαλαίο ι. Ωστόσο προπορεύεται η καθημερινή ιστορία και εδώ είναι ευφυές το εύρημα της ύπαρξης του ζευγαριού, που βρίσκεται στο δωμάτιο του ξενοδοχείου δίπλα από το ανακριτικό γραφείο. Εκεί ξετυλίγεται ο ερωτικός λόγος, ο λόγος που κρυφακούει ο ανακριτής, το ερωτικό, καθημερινό στοιχείο και γεγονός που αναβαθμίζεται έναντι του ιστορικού γεγονότος. Άλλωστε και η ιστορία με ι κεφαλαίο, που περιστρέφεται γύρω από την οικονομική κρίση, υποτάσσεται από την ενασχόληση με την αισθητική και την ομορφιά («Δεν πρόλαβα να φέρω πάλι στο μυαλό / όσα η εποχή της κρίσης μου φανέρωσε / και χάριν αυτής ανέπτυξα αισθητική και ομορφιά / ώστε μιλώντας τάχα για την ομορφιά / την εποχή μου να ξεχνάω / - δάνεια απλήρωτα, του νου μου κατασχέσεις / και της ψυχής μου μπάχαλο και βάσανο».

Και κρυφακούοντας «τι είπε ο άντρας στη γυναίκα» ο ανακριτής σημειώνει και αποφαίνεται: «ας μην κοιτάξω προς τον πόλεμο για γεγονός / - ως τάχα ισοδύναμος ο πόλεμος με τη μεγάλη Ιστορία - / αφού και άλλα πράγματα, θα τα ΄λεγα ερωτικά, / ακούγονται πιο καθαρά ως ήχοι».

Από τις «Συνεχείς Διαπραγματεύσεις» διαλέγουμε το θαυμάσιο ποίημα «Ραμμένα χείλη», που έχει στο επίκεντρο ένα ζευγάρι μεταναστών, οι οποίοι έραψαν τα χείλη τους (πηγή λέξεων και έρωτα) αντιδρώντας στα κλειστά σύνορα και επιλέγοντας τη σιωπή. Η φωνή, η λέξη αναζητείται σαν γεγονός να σωματοποιηθεί και να ανοίξει τα σύνορα («[…] να ΄ρθει η φωνή πριν απ΄ τα χείλη / να ΄ρθει και να είναι σώμα που εκφέρεται / […] σπάει τα χείλη, σπάει τα δόντια / […] / κάνει τα σύνορα πιο κει, τ΄ ανοίγει […]» αλλά τα χείλη μένουν ραμμένα («Κι είναι τα σύνορα κλειστά / κι είναι τα χείλη μου κλειστά. Κι είναι κιόλα το δέρμα μου / πιο πάνω από το σώμα».).

Στα ποιήματα της ενότητας ο Βρεττός τονίζει την υπαρξιακή του αγωνία για τη μοναξιά, την αποσύνθεση του ατόμου ως συνέπεια της κρίσης. Στις «Διαπραγματεύσεις για το δάνειο μιας χώρας» ο ποιητής κρατά μια καθαρή διαπραγμάτευση όπου οι λέξεις δε αλλάζουν σημασία, δεν χάνουν την αξία τους: «Ανασηκώστε τις λέξεις μου και άλλες δεν θα βρείτε. / Δεν είναι οι λέξεις μου νομίσματα για να τυπώσω άλλα / [….] Μια διαπραγμάτευση ανοιχτή / ο’υτε ο Θεός δεν τη δέχεται».

Και σε αυτή την ενότητα η αναμέτρηση της μεγάλης με τη μικρή ιστορία αναδεικνύει τη δεύτερη επικρατέστερη. Η καθημερινή, ιδιωτική ιστορία υπογραμμίζεται στο ποίημα «Προσποιήθηκαν την Ιστορία»: «Κομμάτιασε, κομμάτιασε τη γη / Κομμάτιασε την έρημο του ανθρώπου / Βάλε, για να σε συγχωρήσω / πάνω στον άνθρωπο την Ιστορία να συμβεί / σαν όλα να είναι στην αρχή, / τώρα να ξεκινάνε / [….] / Δεν είναι το κράτος μου αλλού αλλά για σένα», που καταλήγει: «Πόση Ιστορία, πόση εξουσία προσποιήθηκαν / για μια αφή».

«Ο γλύπτης και η πέτρα του» είναι ο τίτλος ενός εξαιρετικού ποιήματος ποιητικής. Ο ποιητής και η ποίηση βρίσκονται στο επίκεντρο μέσα από την εικόνα του γλύπτη και της πέτρας του: «Χτυπάει την πέτρα απαλά / ότι από εκεί θα βγει η μύτη / λίγο λοξό το στόμα /λίγο αλλιώτικος ο λόγος / που το γλυπτό θα μιλήσει / [.…] / Και να, αυτό κρατάει την πέτρα του. / Την πελεκά. / Με τον σπινθήρα την καίει. / […] / Χίλιες γλυπτές πέτρες μορφές. / Ποια να διαλέξει για θυσία;».

Το τελευταίο ποίημα της ενότητας με τίτλο «Διάλογος» αρχίζει με μια ακόμη αβεβαιότητα, με μια ακόμη αμφιβολία: «Γιατί με έστειλες να σε βρω, της λέει. / Γιατί δεν ήξερα εάν υπάρχω, του απαντάει» και τελειώνει με μια βεβαιότητα: «Κι αυτός γιατί να ψάχνει να την βρει / αφού το ήξερε πως δεν υπήρχε∙ / όχι αυτή / αλλά αυτός», που λειτουργεί ως γέφυρα για την Τρίτη ενότητα της συλλογής «Μικρή ερωτική ιστορία». Η απουσία κυριαρχεί και γεννά την αμφιβολία της παρουσίας (ύπαρξης) του εαυτού. Η αβεβαιότητα του «Διαλόγου» καθρεφτίζεται και επαναλαμβάνεται στο ποίημα «Ο άνθρωπος είναι γυναίκα», το πρώτο από τα υπαρξιακά πεζά ποιήματα της τρίτης ενότητας. Πρόκειται για ποιήματα που κυριαρχούν οι αισθήσεις: «Τα μέρη του σώματος πόσο μεταξύ τους κοντά / δεν έχει απόσταση το ρίγος να διανύσει […] Το δάκρυ κυλάει και το στόμα το γεύεται» («Η θεωρία των μικρών αποστάσεων του ρίγους»), «[…] σαν να ΄χαν δει τα μάτια αυτά μες στη ζωή το πλέον φοβερό [….] Και το είχαν δει [….] Για φόρα τα λοιπόν, να δω μην είσαι άλλος» («Ερμηνεία ονείρου»), «Γιατί και η φωνή από την αφή κατάγεται, που παραμένει σταθερά η πρώτη των αισθήσεων. Πρώτη η αφή των δαχτύλων και ακολουθεί η αφή των χειλιών σαν μιλούν και προπαντός σαν φωνάζουν για να ακουστούν από αυτήν που βρίσκεται μακριά. Για αυτό και βλέπουμε κάποιες φορές, όσοι έχουμε την ικανότητα να δούμε, τη φωνή σαν αρχή να εκστομίζεται, μην πω και σαν όραση να προχωρά» («Τα δαχτυλικά αποτυπώματα της φωνής»). Το τελευταίο παράθεμα αποτελεί κλασικό δείγμα συναισθησίας, μείξης των αισθήσεων, δυνατότητας δηλαδή ορισμένων εμπειριών να ενεργοποιούν αισθήσεις που δεν θα αντιστοιχούσαν κανονικά σ΄ αυτές ή και της δυνατότητας ενεργοποίησης περισσότερων αισθήσεων. Πρόκειται για αισθητικό ιδεώδες, όπου ο καλλιτέχνης, μέσω της τέχνης, επιχειρούσε αυτή τη μείξη, π,χ, να γευτεί ή να δει ή να ακούσει την αφή.

Η αντιστροφή ή συμπλήρωση των αισθήσεων έρχεται να πλαισιώσει τα θέματα αισθητικής και ομορφιάς που πραγματεύεται ο Βρεττός στην πρώτη ενότητα της συλλογής του: «Αλλά η ομορφιά σε τι χρειάζεται αν είναι μοναχή της;». Ο ποιητής υπογραμμίζει την αξία της ομορφιάς σε ένα κοινωνικό περιβάλλον. Η ομορφιά επικυρώνεται μέσα στην επαφή των ανθρώπων. Ο ποιητής τη βλέπει να ευδοκιμεί όταν υπάρχουν τουλάχιστον δύο (εγώ και εσύ). Αντιτίθεται στον αισθητισμό, στην τέχνη για την τέχνη, αντιδρά στη ρηχή πνευματικότητα που γεμάτη ακραίες εντάσεις και εξωτικές απολαύσεις υπογραμμίζει τον τεχνητό της χαρακτήρα και δεν χρησιμεύει σε τίποτα υπηρετώντας αποκλειστικά το ωραίο. Η ομορφιά μοναχή της γίνεται νοσηρή και ως τέτοια δεν έχει καμιά αξία όταν έχουμε χάσει τον Άλλο. Την απώλεια αυτή, αλλά και την απώλεια του εαυτού, τη σύγχυση, τη διάσπαση του σύγχρονου ατόμου μελετά ο Βρεττός σε όλες τις «Διαπραγματεύσεις». Αναπλάθει με ιδιαίτερο τρόπο την ουσία του ποιητικού μοντερνισμού.

Στο «Μαξιλάρι και το σεντόνι» μέσα από ένα εικαστικό θέμα (γνωστή η αγάπη του ποιητή για τα εικαστικά) βλέπουμε το δίπολο παρουσίας-απουσίας: «Πρόκειται για πίνακα που ζωγραφίστηκε δυο μέρες πριν, όταν η γυναίκα ήταν παρούσα και στο δωμάτιο του ξενοδοχείου υπήρχε και ένα δεύτερο πρόσωπο, ο ζωγράφος. Τότε η γυναίκα υπήρχε. Τώρα λείπει». Την απώλεια του Άλλου και την απώλεια του εαυτού ο Βρεττός την μελετά σε όλη την ποιητική συλλογή: «Αυτή του είπε, με σκοτώνεις κι αυτός της απάντησε “Σε σκοτώνω γιατί εγώ έχω ήδη πεθάνει”» («Ο αυτήκοος μάρτυρας»). Και δίνει τις αντανακλάσεις αυτής της απώλειας της ύπαρξης μέσα από τις περιπέτειες και το όχημα της γλώσσας. Είναι χαρακτηριστικός ο στίχος του ποιήματος «Τι είπε ο άντρας στη γυναίκα»: «[…] προσθέτοντας κάθε φορά και μιαν ακόμα λέξη / τονίζοντας κάθε φορά με έναν επιπλέον ήχο / την ωραία σημασία, / προσμένοντας διαρκώς να με αποδεχτείς / και μέσα από την ίδια λέξη μου / και μέσα από τα ίδια χείλη μου / να με εννοήσεις», που λειτουργεί σε σχέση με τους στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογής με τίτλο «Ο αυτήκοος μάρτυρας»:  «Ενώ ο άντρας και η γυναίκα φεύγουν αγκαλιασμένοι, το δωμάτιο πίσω τους καταρρέει. / Γιατί ήρθες να με βρεις, της λέει. / Γιατί ήθελα να δω αν υπήρξαμε, του απαντάει».

Τέλος, πολλές εικόνες που ξεπηδούν στην ποίηση του Βρεττού, δραπετεύουν από την εικονική συμβατότητα και παραπέμπουν στην ποίηση του μοντερνισμού: «κάποιος περνούσε με άλογο / ελευθερώνοντας πουλιά», «Και όταν στο βάθος σκορπίσαν τα πουλιά / και όταν από το άλογο τίποτα δεν φαινόταν / - αφού νωρίτερα το άγριο στόμα του / είχε ξεσκίσει με βία τον καιρό -. Παράλληλα η ποίησή του,  σε μεγάλος μέρος αφηγηματική, τίθεται στην υπηρεσία της ροής της συνείδησης, μιας αφηγηματικής τεχνικής που παρουσιάστηκε κυρίως στην πεζογραφία του μοντερνισμού και εκφράζεται με τον εσωτερικό μονόλογο.

Η ποίηση του Βρεττού κατορθώνει να μας προσφέρει το πιο ώριμο έως σήμερα πρόσωπό της. Θέλει την προσοχή της, έχει εικόνες, βάρη, σκιές. Ο ποιητής ως χειρουργός διερευνά αιτίες και καταστάσεις δίνοντας φιλοσοφικές προεκτάσεις στους στοχασμούς του, που όμως δεν μένουν ακαδημαϊκοί γρίφοι. Ο Βρεττός επικοινωνεί, είναι πρωτίστως ανθρώπινος, γήινος, παίρνει από το χέρι πράγματα και ανθρώπους απλούς, καθημερινούς, αισθάνεται μαζί τους, καθρεφτίζεται σε αυτούς. Μπλέκει το όνειρο με την πραγματικότητα, ανασυνθέτει μια νέα πραγματικότητα, την ποθητή, την επιδιωκόμενη. Για αυτό παρ΄ όλες τις δοκιμασίες οι ήρωές του στο τέλος φεύγουν αγκαλιασμένοι, ακόμα κι αν το δωμάτιο πίσω τους καταρρέει.