Κάποτε στου «Νικολάρα»! ΤΟ ΠΙΟ LARGE ONOMA ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ – ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΤΕΝΕΚΕ ΜΕ ΛΙΡΕΣ – ΦΩΤΟ | dete

Κάποτε στου «Νικολάρα»! ΤΟ ΠΙΟ LARGE ONOMA ΣΤΗΝ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΟΛΑ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΤΕΝΕΚΕ ΜΕ ΛΙΡΕΣ - ΦΩΤΟ

Ένας «Νικολάρας» ήταν από την δεκαετία του ΄50 και για 40 χρόνια, το πιο…large όνομα στην Αγίου Νικολάου σε ό,τι αφορά την εστίαση. Το εστιατόριο που ταυτίστηκε με το (σε υπερθετικό βαθμό), μικρό όνομα του πρώτου του ιδιοκτήτη, του πανύψηλου και ογκώδους Νικόλαου Κωσταρά, ξεκίνησε τη λειτουργία του πριν τον πόλεμο, αλλά έγινε γνωστό στα μέσα της δεκαετίας του ΄50, όταν το αγόρασε  ο Αθανάσιος Δημογιαννόπουλος, που μέχρι τότε δούλευε σε εστιατόρια όπως  ο«Πανάρετος» ο «Τζίμης», ο «Ευαγγελάτος» και η «Αγγλία» είτε ως σερβιτόρος είτε ως μάγειρας, είτε ως υπεύθυνος των επιχειρήσεων.

  «Πήρετότε ένα ποδήλατο και γύριζε κάτω στα μαγαζιά που είχε δουλέψει και στους γνωστούς του και τους έλεγε “ελάτε, αγόρασα ένα δικό μου μαγαζί”. Και από στόμα  σε στόμα, έγινε γνωστό» λέει ο γιος του Δημήτρης.

 

ΟΙ ΛΙΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ

«Του Νικολάρα που λες, όπως ήξερε όλη η Πάτρα τότε, κάποιοι του είχαν  αφήσει έναν τενεκέ με λίρες μέσα στην Κατοχή» θυμάται ο Δημήτρης Δημογιαννόπουλος. «Του είχαν πει δυο τύποι:“μαςφέρανε από το χωριό ένα τσουβαλάκι φακές. Να το αφήσουμεκαι να γυρίσουμε να τo πάρουμε;”  Αυτοί δεν ξαναφάνηκαν, μάλλον τους σκότωσαν οι Γερμανοί. Μετά από καιρό ο Νικολάρας είπε σε έναν παραγιό που είχε,“δεν φέρνεις τις φακές να τις μαγειρέψουμε;” Και πάει το παιδί και βρίσκει κάτω από τις φακές κάτι να  γυαλίζει. Ήταν οι λίρες. Αλλά δεν τις εμφάνισε γιατί μεσολάβησαν τα τελευταία χρόνια της Κατοχής, η απελευθέρωση, ο εμφύλιος... Μετά το ΄50 πήγε στην Αθήνα και έγινε βιομήχανος, αγόρασε εργοστάσιο.

Το μαγαζί του λοιπόν  δεν είχε πελατεία. Το είχε κρατήσει ως μόστρα, δεν το πρόσεχε, το είχε παρατήσει το επάγγελμα. Δεινοπάθησε η μάνα μου να το καθαρίσει και να το φέρει βόλτα. Μετά ο  πατέρας μου από αμέλεια δεν άλλαξε το όνομα και έτσι έμεινε σαν το εστιατόριο  του Νικολάρα».

 

ΧΟΥΝΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΡΗΓΑΔΕΣ

Την εποχή εκείνη  είχαν μεγάλη ζήτηση τα μαγαζιά που ήταν στην παραλία.  Τα μαγαζιά πιο ψηλά και τα λαϊκότροπα  του Μαρκάτου, είχαν μεγάλη διαφορά στις τιμές. Η μεγάλη κίνηση στην Αγίου Νικολάου ξεκίνησε το 1966 με τους   φοιτητές.

«Εκεί ήρθαν όλοι οι μετέπειτα αντιστασιακοί της κατάληψης του 73, οι Ρηγάδες όλοι αλλά και οι χουντικοί φοιτητές. Τρώγανε σε αντικριστά τραπέζια χωρίς να υπάρχουν εντάσεις. Μόνο άγριες ματιές αντάλλασσαν. Αν σκοτώνανε τα μάτια μπορεί να είχαμε και νεκρούς», λέει ο Δημήτρης Δημογιαννόπουλος.

 

ΟΛΗ Η ΔΗΜΟΣΙΟΫΠΑΛΛΗΛΙΑ  

 Πάντα το μαγαζί είχε μάγειρα και μερικές φορές είχε μάγειρα και το βράδυ.

«Ερχότανε όλη η δημοσιοϋπαλληλία. Μεσημέρι- βράδυ. Μόνο άνδρες.  Γυναίκα δεν έμπαινε στο εστιατόριο εύκολα μέχρι τη δεκαετία του ΄70. Το θεωρούσαν ένδειξη ακαμάτρας και ανοικοκύρευτης».

Έξω από του «Νικολάρα» περνούσαν προμηθευτές  και πλανόδιοι που πωλούσαν βαρκίνα, ξύδι, αλλά και χαλκωματάδες.

«Τότε είχαμε τις μεγάλες τις κατσαρόλες τις χάλκινες. Στην αρχή τις έπαιρνα και τις πήγαινα στο Μαρκάτο. Μετά ερχόντουσαν εκεί και τα γανώνανε επί τόπου έξω από το μαγαζί κάτι τσιγγάνοι», θυμάται ο Δημήτρης Δημογιαννόπουλος.

 

ΤΟ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΚΑΜΠΑΡΕ

 Στο εστιατόριο δέσποζε ένα μεγάλο ραδιόφωνο.

«Ήταν όπως μπαίναμε στην πόρτα, πριν από τη σκάλα που οδηγούσε στο υπόγειο. Αυτό το υπόγειο, προπολεμικά ήταν καμπαρέμε μουσική και γυναίκες.

Όταν ήμουν μικρός από αυτό το ράδιο είχα ακούσει για τη δολοφονία του Κένεντι τον Νοέμβρη του 1963.  Όλος ο κόσμος μέσα στο μαγαζί συζητούσε αυτό το πράγμα που είχε συγκλονίσει την υφήλιο».

Πολύτιμη βοηθός του Θανάση Δημογιαννόπουλου, η γυναίκα του η Θεοδώρα.

Η κουζίνα ήταν αμιγώς ελληνική.  Λαχανοντολμάδες, παστίτσιο, μουσακάς, λαδερά...

«Καθαρίζαμε ολόκληρα τσουβάλια, αρακάδες, πατάτες, όλα στο χέρι. Η αγγαρεία, δηλαδή εγώ και η γιαγιά μου,  δούλευε το πρωί πυρετωδώς. Θυμάμαι παλιά και το βαρέλι με τον πάγο για  τις μπύρες. Μετά ήρθε το ψυγείο. Το βάλαμε γύρω στο 1964».

Από το μαγαζί έχει περάσει σχεδόν όλη η Πάτρα.

 

ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ ΠΕΛΑΤΕΣ

«Ο Άννινος, ο Γκλοφινόπουλος, ο Στεφανόπουλος, ο Μπεκίρηςοι Δογάνηδες… Από καλλιτέχνες ο Παπάζογλου, ο Φωτόπουλος ο Μίμης, ο Ρίζος,  ο Ψάλτης, ο Παράβας, ο Πορτοκάλογλου… Αλλά και οι γραφικοί της εποχής πέρασαν από το μαγαζί, Ο Θανάσης ο Δεκαρίτσας, ο Τσιμπιρλίου που έβγαζε και λόγο... όλοι.»

Ο Αθανάσιος Δημογιαννόπουλος, δούλευε βοηθώντας το γιο του το Δημήτρη έως τις αρχές του ΄90.  Το 1993 κατέπεσε.

«Είχε διατελέσει και Πρόεδρος των εστιατόρων.  Εγώ είχα διατελέσει Πρόεδρος του Σωματείου Εστιατόρων Πατρών μέχρι το 1996.  ‘Έφυγα από το μαγαζί  το 1995.  Ακόμη όλοι με φωνάζουνε Νικολάρα».

(κείμενο και φωτογραφίες από το λεύκωμα «Ιστορίες Εστίασης στην Πάτρα του 20ου αιώνα» της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου, από τις εκδόσεις «Το δόντι» και τον ΣΚΕΑΝΑ)