Ιστορίες χωρίς τίτλο: Τ’ αστέρι του Βοριά… και οι φάμπρικες της Γερμανίας | dete

Ιστορίες χωρίς τίτλο: Τ’ αστέρι του Βοριά… και οι φάμπρικες της Γερμανίας

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη

Εκείνο το ζεστό βραδινό στις αρχές του Αυγούστου πριν από πολλά  χρόνια, κάτω από την σκιά της Ακρόπολης, οι στίχοι του ποιητή Νίκου Γκάτσου πλαισιωμένοι με τη μουσική μελωδία που τους χάρισε ο αξέχαστος Μάνος Χατζηδάκις, ξεχύθηκαν από το Ηρώδειο και κατέκλυσαν τον αττικό ουρανό.

τ΄ αστέρι του Βοριά θα φέρει ξαστεριά……..

Ψηλά στον ουρανό τα άστρα του καλοκαιριού είχαν στήσει τον προαιώνιο χορό τους καθώς περιτριγύριζαν «τ’ αστέρι του βοριά. Στον Μεσαίωνα, ο αστερισμός βαφτίστηκε «Tramontana», που σημαίνει πέρα και πάνω από το βουνό, ενώ αργότερα το όνομα αυτό προσδιόριζε μόνο τον Πολικό. Από την ονομασία αυτή πήρε και τ’ όνομά του ο παγωμένος άνεμος που έρχονταν από τον βορά και είναι, στη γλώσσα των ναυτικών, η Τραμουντάνα.

…Μα πριν φανεί μέσα απ’ το πέλαγο πανί

θα γίνω κύμα και φωτιά

να σ’ αγκαλιάσω ξενιτιά…….

Κι εγώ δωδεκάχρονος σχεδόν, μαζί με την παρέα μου, ιδρωμένοι μετά από το απογευματινό ποδόσφαιρο στην αλάνα, πού ήταν απέναντι από το σπίτι του σπουδαίου ζωγράφου και Ακαδημαϊκού Κώστα Παρθένη, καθόμασταν στα βράχια….

Και μέσα στο πανέμορφο κι επιβλητικό Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, που το κατασκεύασε προς τιμήν της συζύγου του Ρήγιλλας και το άφησε σε εμάς, ως σπουδαία κληρονομία, συνεχιζόταν η πρόβα, με τις υπέροχες μελωδίες και του  στίχους του αγαπημένου μας  Γκάτσου. Συνέχισαν να περιπλανώνται πάνω από τα βράχια και σκόρπαγαν μέχρι το Θησείο και του Μακρυγιάννη . Παρασύρονταν  από το ανοιξιάτικο αεράκι και ανάμικτοι με τις μυρωδιές του γιασεμιού που ερχόταν από κάποιες ξεχασμένες γειτονιές του Θησείου, έμοιαζαν με απόκοσμη ωδή στο βορινό αστέρι

Κι εσύ χαμένη μου πατρίδα μακρινή

θα γίνεις χάδι και πληγή

σαν ξημερώσει σ ΄ άλλη γη.

Η δεκαετία του 1960 σημαδεύτηκε από την αναγκαστική και βίαιη μετανάστευση σε αναζήτηση μεροκάματου και καλύτερης ζωής. Δύσκολες εποχές, πολλές οικογένειες, μανάδες, πατεράδες, αδέλφια αποχωρίζονταν κατ΄ ανάγκη,  κι ο ποιητής,  αποτυπώνει θαυμάσιες εικόνες μέσα σε λίγους στίχους αλλά δίνει και ελπίδες.

…Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,

τώρα πετώ για της χαρά μου τη γιορτή,

Φεγγάρια μου παλιά καινούργια μου πουλιά,

διώξτε το ήλιο και την μέρα απ΄το βουνό

για να με δείτε να περνώ

σαν αστραπή στον ουρανό.

Η Ξενιτιά όμως ήταν σκληρή, σε ξένο μέρος με ξένη γλώσσα, σε εργοστάσια με την σειρά και η γλώσσα τσακίζει τα αυτιά και τις καρδιές των πικραμένων, με την φωνή του Καζαντζίδη, που βγαίνει τα βράδια από τα ανοικτά παράθυρα και τις μπαλκονόπορτες.

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό

το νερό της θολό και το στρώμα σκληρό

τα λεφτά που αποκτάς τα βλαστημάς

υποφέρεις πονάς την πατρίδα ζητάς…

Οι πίκρες  γλύκαιναν με την ξανθή ρετσίνα στα ταβερνάκια του Θησείου και των Πετραλώνων, ο αναστεναγμός έβγαινε πιο εύκολα, καθώς ο καθένας είχε και την δική του ιστορία. Και η φωνή του Στέλιου, συνέχιζε,  για να θυμίζει τον πόνο και τα βάσανα των ανθρώπων που είχαν φύγει για τα ξένα.

…Κλέφτρα ξενιτιά τα παλληκάρια κλέβεις

μάγισσα κακιά με τα λεφτά μαγεύεις

πάντα μ’ απονιά χωρίζεις μάνες και παιδιά.

Μετά από μια δεκαετία σχεδόν, φοιτητές, συχνάζαμε και στην Μπουάτ «Λήδρα» του Γιάννη Μαρκόπουλου, στην Πλάκα και όταν σιγοτραγουδούσαμε το «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί» μαζί με τον Νικό Ξυλούρη, γνωρίσαμε και τον Γιώργο Σκούρτη, σπουδαίο θεατρικό συγγραφέα και στιχουργό. Η μπουάτ αυτή ήταν ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο που γνωρίσαμε σπουδαίους καλλιτέχνες και υπέροχους ανθρώπους. Ο Λάκης Χαλκιάς, ήταν ένα σεμνός καλλιτέχνης με μια υπέροχη φωνή που μας συντρόφευε, όταν κι εμείς σε αυτούς τους χώρους νοιώθαμε ότι κατέρρεε η Δικτατορία. Φωνή καθαρή, λαμπερή, στεντόρεια, με απόλυτη άρθρωση  και βεβαίως εκφραστικότητα, πάθος, λεβεντιά, αντρίκια έκφραση… Είναι απίστευτα τα «τσακίσματα» της φωνής του Χαλκιά, προκειμένου να βγει αυτό που βγαίνει. Είναι ανεπανάληπτη η ερμηνεία του, είναι μοναδικός ο τρόπος που χειρίζεται το μελωδικό βάρος του άσματος. Μία φωνή απαιτήσεων.» έγραφε ο δημοσιογράφος Φώντας Τρούσας.

Και είμαστε εκεί, όταν έκαναν τις πρόβες, με τα τραγούδια του Σκούρτη για τον δίσκο «Μετανάστες».  Ο  Μαρκόπουλος συνέθεσε ένα θαυμάσιο ζεϊμπέκικο, ύμνο .

Η φάμπρικα, η φάμπρικα δεν σταματά,

δουλεύει νύχτα μέρα…,

Περιγράφοντας πολύ παραστατικά τις εμπειρίες των γκασταρμπάιτερ, των Ελλήνων εργατών στις γερμανικές φάμπρικες. Είναι η σκληρή δουλειά για την επιβίωση, οι εργάτες-επιστάτες που επιβλέπουν άλλους εργάτες, η κουβέντα με το διπλανό που δεν επιτρέπεται, γιατί δεν υπάρχει ούτε χρόνος ούτε χρήμα για χάσιμο..
…και πως τον λεν τον διπλανό

και τον τρελό τον Ιταλό,

να τους ρωτήσω δεν μπορώ ούτε να πάρω αέρα.

Δουλεύω μπρος στην μηχανή

στην βάρδια δύο δέκα

κι από την πρώτη τη στιγμή

μου στείλανε τον ελεγκτή

να μου πετάξει στο αυτί

δυο λόγια νέτα σκέτα….

Όταν ακούστηκε αυτό το τραγούδι, το 1974, είχε μειωθεί κατά πολύ η μετανάστευση, σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες. Ο πρώτος που ύμνησε την δουλειά στις φάμπρικες, ήταν ο Τσιτσάνης, σε ένα τραγούδι που είναι γνωστό με τον πρώτο του στίχο «Σφυρίζει η φάμπρικα» η από το ρεφρέν του «Γεια σου περήφανη κι αθάνατη εργατιά». Και μετά ακολούθησε το τραγούδι του Καζαντζίδη, σε στίχους τους Κώστα Βίρβου  για… «Τις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές».

 

error: Content is protected !!