Ιστορίες χωρίς τίτλο: Τα γλυπτά του Παρθενώνα και η «Κατάρα της Αθηνάς» | dete

Ιστορίες χωρίς τίτλο: Τα γλυπτά του Παρθενώνα και η «Κατάρα της Αθηνάς»

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη.

Σε συνέντευξη που έδωσε στα «ΤΑ ΝΕΑ» ο Επίτροπος του Βρετανικού Μουσείου Χάρτβιχ Φίσερ, εμφανίστηκε πολύ προκλητικός , καθώς απέκλεισε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο  «επ΄  αόριστον δανεισμού», αλλά και δανεισμού, εάν η Ελλάδα δεν αποδεχθεί ότι τα Γλυπτά ανήκουν στους Βρετανούς..

Να σημειώσω ότι το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί είναι λάθος γιατί δεν πρόκειται περί δανεισμού αλλά περί επιστροφής στον φυσικό τους χώρο.
Όμως με αφορμή αυτό το δημοσίευμα, ανέσυρα από το αρχείο μου, ένα κείμενο που δημοσιεύθηκε πριν από αρκετά χρόνια στην  Ομπσέρβερ (Τhe Observer). Ο αρθρογράφος της Νιλ Άστσερσον, με τίτλο σε άρθρο του «Να λήξει η εξορία των Μαρμάρων».  Ανέφερε οτι  «Οι Βρετανοί παραποίησαν τη φύση των Μαρμάρων, ενσωματώνοντάς τα στην ιδέα που είχαν για το δικό τους πολιτισμό, για τη δική τους αυτοκρατορία. Τα Μάρμαρα στο Βρετανικό Μουσείο είναι επισκέπτες από την Ελλάδα που μας έγιναν τόσο οικείοι κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, που τους υιοθετήσαμε και τους κάναμε μέλη της οικογένειάς μας.»

«Ορισμένοι Βικτοριανοί…», συνεχίζει Νιλ Άστσερσον , «…το πίστεψαν αυτό κυριολεκτικά. Κοίταξαν τα ευρύστερνα, μυώδη σώματα των μαρμάρινων μορφών και ανακοίνωσαν ότι οι Έλληνες του 5ου π.Χ. αιώνα δεν μπορεί να ήταν πρόγονοι των καχεκτικών κατοίκων της σύγχρονής τους Αττικής ή Πελοποννήσου. Όχι. Ο Παρθενώνας πρέπει να είχε κτισθεί από μια τευτονική φυλή, με άλλα λόγια από τους πρώτους Άγγλους.»

«Η Αγγλία είχε την ευκαιρία της…», καταλήγει ο αρθρογράφος της Ομπσέρβερ.  «…Απομύζησε από αυτά τα Μάρμαρα τους χυμούς για τη δική της περίεργη ταυτότητα. Αυτό έγινε εδώ και πολύ καιρό. Τα Μάρμαρα δεν έχουν πια την ίδια σημασία που είχαν κάποτε για τον αγγλικό πολιτισμό. Η Ελλάδα υπήρξε πολύ υπομονετική, αλλά πρέπει τώρα να υποδεχθεί στο σπίτι της τα εξόριστα παιδιά της.»

Τον Φεβρουάριο 2004, 208 ευρωβουλευτές ζήτησαν με επιστολή τους προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό Τονι Μπλέρ την επιστροφή των γλυπτών. Την επιστολή συνυπέγραφαν ο τ. Πρόεδρος της commission Ζακ Σαντερ, τρείς πρόεδροι ομάδων του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και ο γνωστός εισαγγελέας της Ρώμης Ντι Πιέτρο.

Μετά από όσα πιο πάνω καταγράφω, δεν επιθυμώ να αναφερθώ στο ιστορικό της κλοπής των γλυπτών, καθώς είναι πολύ γνωστό, αλλά θέλω να υπενθυμίσω πως εκείνη την εποχή όποιος προλάβαινε λεηλατούσε, έσπαγε και πούλαγε σπαράγματα της παγκόσμιας κληρονομίας

Έτσι η λεηλασία του Έλγιν, ήλθε σαν κορύφωση της συνολικής αρχαιοκαπηλίας στην οποία είχαν επιδοθεί πλήθος από κερδοσκόπους άρπαγες. Χαρακτηριστική είναι μία γελοιογραφία σε Αγγλική εφημερίδα της εποχής που δείχνει τον Έλγιν να πουλάει τα γλυπτά στον Πρωθυπουργό και ο λαός να του φωνάζει… «εμείς πεινάμε κι εσύ αγοράζεις πέτρες».

Τελικά η πιο σπουδαία διαχρονικά καταγγελία για την ενέργεια αυτή ήταν το συγκλονιστικό - καταγγελτικό ποίημα  του Λόρδου Byron, με τίτλο Η Κατάρα της Αθηνάς. Πιστεύω δε πως το ποίημα αυτό θα έπρεπε να διδάσκεται στα Ελληνικά σχολεία αλλά και να είναι το βασικό εργαλείο για την διεκδίκηση, που κατά την γνώμη μου έχει εγκαταλειφθεί.

Ο λόρδος Byron, ταξίδεψε για πρώτη φορά στην  Ελλάδα το 1809. Συγκλονίζεται αντικρίζοντας την λεηλασία και τους βανδαλισμούς που έγιναν από έναν συμπατριώτη του στο αιώνιο μνημείο του δυτικού πολιτισμού και εμπνεύσθηκε το ποίημα, που έγινε η κατακραυγή και το ανάθεμα για την κλοπή...αλλά και η ουσιαστική απαρχή του διαχρονικού αιτήματος της απόδοσης των μαρμάρων και έχει τίτλο Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Aρχίζει με μιά υπέροχη εισαγωγή που υμνεί την φύση της χώρας μας, περιγράφοντας ένα θαυμάσιο δειλινό στην Αθήνα,

«Μεγαλόπρεπα και αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει                                     

Πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη                                     

Όχι σαν εκεί στις χώρες του Βορρά, σκοτεινιασμένος,                                     

Αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος»

Οραματίζεται συνάντησή του με την Αθηνά, που ταλαιπωρημένη από τους βανδαλισμούς και δακρυσμένη του λέει

«Ω θνητέ, της ντροπής σου αυτό το χρώμα                                                    

Βρετανός μου λέει νασαι, όνομα ανδρειου ακόμα                                              

Μέχρι χθες λαού ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα                                            

Τώρα περιφρονημένου και ιδίως απο μένα.                                                      

Η Παλλάδα πρώτος θάναι της πατρίδας σου εχθρός                                      

Την αιτία θες να μάθεις. Κοίτα γύρω και εμπρός.                                                

Έχω δεί πολλούς πολέμους και ερημώσεις να πληθαίνουν                              

Κι άλλες τόσες τυρρανίες να ανεβοκατεβαίνουν                                               

Απ΄ του Τούρκου την μανία γλύτωσα και του βανδάλου                                          

Μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ΄χει στείλει πιό μεγάλο..»

Προσπάθησε ο ποιητής να δικαιολογηθεί λέγοντας οτι ο Ελγιν δεν είναι γνήσιος Εγγλέζος αλλά Σκώτος  και συνεχίζει...

«Ω, θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα κόρη                                                      

Τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη                                         

Αν και έχω παρακμάσει να εκδικηθώ μου μένει                                                      

Και ν’ αποστραφώ μιά χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη...

Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη                                               

Η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.                                              

Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του                                               

Και αναίσθητα να είναι όπως και η αφεντιά του..»

Και συνεχίζει.....

«Να πουλά και έτσι να κάνει-τι ντροπή και τι απάτη-                                             

Της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη...»

Και τελειώνει…

«Τ’ όνομά του η ιστορία διπλά σ’ εκεινού θα γράψει                                              

Του τρελού που της Εφέσσου το ναό ’χε κατακάψει.                                           

Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει                                               

Και το μίσος αιωνίως και τους δυό να κυνηγάει.                                                        

Ο Ηρόστρατος κι ο Έλγιν, και οι δυό ατιμασμένοι,                                                

Μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει».

Με το ποίημά του αυτό ο Byron αφύπνισε συνειδήσεις στην χώρα του και έσπειρε τον σπόρο που μέχρι τις ημέρες μας ακόμη δεν έχει καρπίσει.