Ιστορίες χωρίς τίτλο: Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη…. | dete

Ιστορίες χωρίς τίτλο: Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη….

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη

Συχνά στις «Ιστορίες χωρίς τίτλο»,  αναφέρομαι στον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Ο λόγος είναι πως πράγματι η δική μου γενιά μεγάλωσε, διασκέδασε, μελαγχόλησε, ερωτεύτηκε, χόρεψε και ίσως και κάποια φορά να μέθυσε με κάποιο τραγούδι του… έγραψε άλλωστε τόσα πολλά που το καθένα ήταν και μια μικρή ιστορία με αρχή μέση και τέλος.  Άλλα με συναίσθημα η πόνο, άλλα με νοσταλγία η ξενιτεμό, άλλα με εξορίες η γλέντια σε κάθε περίπτωση όμως όλα αγαπημένα και χιλιοτραγουδισμένα. Σε αρκετά από αυτά περιέγραψε προσωπικά του βιώματα, ιστορίες από τα παιδικά του χρόνια η την γειτονιά του, στην οδό Φωκαίας, στην περιοχή της πλατείας  Βικτωρίας όπως ονομάζεται σήμερα.

Κι έτσι…Το 1974 παρουσιάστηκε ένα τραγούδι που μας συγκίνησε, μας άγγιξε και το τραγουδήσαμε πολλές φορές αγκαλιασμένοι  σε μπουάτ της Πλάκας με αναμμένους αναπτήρες.

Με την υπέροχη μελωδία του Γιάννη Σπανού και την αισθαντική φωνή της Αλεξίου, το τραγούδι «Οδός Αριστοτέλους» μας προσέφερε απλόχερα εικόνες πανέμορφες, ίδιες  εικόνες που η δική μου γενιά έζησε κάποια Σάββατα σε μισοσκότεινες πλατείες σε γειτονιές της Αθήνας η ακόμη και στις γνωστές πλατείες της Πάτρας.

«Σάββατο κι απόβραδο και ασετυλίνη

στην Αριστοτέλους που γυρνάς…..»

Τα Σαββατόβραδα από μόνα τους σηματοδοτούν μια μελαγχολία, πόσο μάλλον στα τέλη της δεκαετίας του ’40, σε μια συνοικία με μεγάλες αντιθέσεις, με πλουσιόσπιτα αλλά και στενούς δρόμους με φτωχές αυλές και μοναδική διασκέδαση πασατέμπο και ηλιόσπορους από το καροτσάκι του πλανόδιου πωλητή με την ασετυλίνη.

«…έβγαζα από τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι

σου ‘ριχνα στα μάτια να πονάς».

Κι όμως… σαν παιχνίδι κι εμείς το κάναμε σαν πείραγμα  κι ο ποιητής βάζει το τσούξιμο αυτό με αριστοτεχνικό τρόπο στα χείλη μας. Μια υπέροχη εικόνα των παιδικών μας χρόνων που τα παιχνίδια ήταν λιγοστά και περίσσευε η χαρά, η προσδοκία και η ελπίδα για το καινούργιο που γεννιόταν.

«Παίζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους

κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ»…

Μα ποια ήταν η Αργυρώ… ήταν ένα κορίτσι των παιδικών χρόνων του Λευτέρη Παπαδόπουλου όπως  γράφει στο βιβλίο του με τίτλο «οι παλιοί συμμαθητές»… «Μαζί μας στο παιχνίδι ήταν κι ένα αγοροκόριτσο. Η Αργυρώ. Έμενε στην οδό Μονής Προδρόμου, έκανε παρέα μόνο με αγόρια, γυρνούσε ξυπόλητη, όπως όλοι μας, κατουρούσε όρθια, έπαιζε βόλους, άλλα και ξύλο, έβριζε, φορούσε και αυτή κοντό παντελόνι. Πατέρα δεν είχε. Εκεί γύρω στο ’42, η εννιάχρονη τότε Αργυρώ, εξαφανίστηκε από την γειτονιά. Μια μέρα την είδα έξω από το μουσείο, να γυαλίζει παπούτσια, μ’ ενα κασελάκι. Αργότερα έμαθα πως είχε χτυπηθεί από ένα γερμανικό φορτηγό και είχε πάει στο νοσοκομείο με σπασμένα πόδια, χέρια και παϊδια. Στην απελευθέρωση την είδα ξανά, γερή ,όμορφη, με ποδιά και σχολική τσάντα στο χέρι.. είχε παρατήσει το κασελάκι και πήγαινε σχολείο. Από το ’45 και ύστερα δεν τα ξανάδα. Πρίν από κάμποσα χρόνια, πληροφορήθηκα από μια φίλη της πως είχε τρελαθεί  και την πήγαν στο τρελάδικο. Κι εκεί στο τρελάδικο πέθανε».

… «και φωτιές ανάβανε στους απάνω δρόμους

τ’ Άη Γιάννη θα ‘τανε θαρρώ»

Στην Αθήνα συνάντησα το έθιμο αυτό, καθώς την ημέρα αυτή άναβαν στα σταυροδρόμια μεγάλες φωτιές με όσα ξύλα έβρισκαν στους δρόμους και τα χωράφια. Έφερναν οι νοικοκυρές τα ξερά στεφάνια της πρωτομαγιάς που είχαν κρεμασμένα στα μπαλκόνια τους και τα έβαζαν πάνω στο σωρό. Κι όταν η φωτιά μεγάλωνε άρχιζαν οι θαρρετοί νέοι και νέες να πηδάνε πάνω από την φωτιά.
Το θερινό ηλιοτρόπιο έχει ταυτιστεί με την γέννηση του Προδρόμου, γνωστού ως Άϊ Γιάννη του  Λαμπαδιάρη η Κλήδονα ή Ριζικάρη,  η Ριγανά. Έτσι η εορτή του Άη Γιάννη έχει συνδεθεί με αντιλήψεις και εθιμικές ενέργειες που σηματοδοτούν σημαντικές αλλαγές στον κύκλο του χρόνου.

… «Βγάζανε τα δίκοχα οι παλιοί φαντάροι

γέμιζ’ η πλατεία από παιδιά»

Οι φαντάροι όταν είχαν έξοδο με τις  φρεσκοσιδερωμένες στολές, καθώς έβαζαν τα παντελόνια κάτω από το στρώμα για να αποκτούν και τσάκιση και φρεσκογυαλισμένα άρβυλα δεν έβγαζαν τα δίκοχα στην έξοδο καθώς  απαγορευόταν αυτό και το ήλεγχε το μικτό της ΕΣΑ που έκανε περιοδείες και εφόδους. Οι παλιοί φαντάροι όμως ήταν «ξεψάρωτοι» όπως λέγαμε και σαν απόδειξη αυτού έβγαζαν τα δίκοχα και τα έβαζαν κάτω από την επωμίδα… και βέβαια τα Σάββατα,  όπως και στην Πάτρα, οι πλατείες γέμιζαν από παιδιά που έπαιζαν με φασαρία πολύ, καθώς οι γονείς τους στις πάνινες καρέκλες απολάμβαναν το ουζάκι τους η την μπύρα τους με μεζέ πατατούλες και μουστάρδα…. Και βέβαια οι υπόλοιποι στα παγκάκια με πασατέμπο και στραγάλια. Κάπως η ίδια εικόνα θα ήταν και στην πλατεία «Κυριακού» που μετονομάστηκε σε «Βικτωρίας»..

… «κι ήταν ένα πράσινο , πράσινο φεγγάρινα σου μαχαιρώνει την καρδιά»

Σάββατο βράδυ, μισοσκότεινη πλατεία, παιδιά να παίζουν κλέφτες κι αστυνόμους με φωνές, ένα άγαλμα αδιάφορο και στο βάθος το καροτσάκι με το φως της ασετυλίνης, το μεροκάματο βγαίνει με δυσκολία, φαντάροι δίχως αύριο, ανασφάλεια και γλυκόπικρη προσμονή, στην καρδιά της Αθήνας που προσπαθεί να βρεί το βηματισμό της. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά παρά το φεγγάρι να είναι πράσινο, μελαγχολικό και…. «Να σου μαχαιρώνει την καρδιά».