Ιστορίες χωρίς τίτλο: Ο Νίκος Ξανθόπουλος και τα… Αραχωβίτικα

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη.

Ο κινηματογράφος «ΠΑΛΛΑΣ»  ήταν στην γωνία Γούναρη και Αγίου Γεωργίου, απέναντι από το εμπορικό του «Νασαχών» και κατόπιν «Πετρόπουλου». Τότε, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, έφερνε συχνά ταινίες με πολύ  «κλάμα», που είχαν μεγάλη πέραση και έκοβαν χιλιάδες εισιτήρια σε όλη τη χώρα. Αυτές οι ταινίες, αποτύπωναν μια πραγματικότητα που αντιπροσώπευε μια κοινωνία που προσπαθούσε να βγει μπροστά, να περάσει στην επόμενη εποχή και  να αφήσει πίσω της  την μαυρόασπρη εκδοχή του κακού και μίζερου εαυτού της.

Από τις πρώτες τέτοιες ταινίες που είχα δει ήταν το «Ορφανή σε ξένα χέρια» με την Μάρθα Βούρτση και τον Γιώργο Καμπανέλλη. Ο Νίκος Ξανθόπουλος, όμως ήταν εκείνος, που με την «ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ» του Τεγόπουλου, έγινε ο κατ’ εξοχήν πρωταγωνιστής των ταινιών «μελό» όπως τι έλεγαν η αλλιώς «οι ταινίες κλάμα…».

Ο Νίκος Ξανθόπουλος, έχει συνδέσει τα παιδικά του χρόνια με τα Αραχωβίτικα, το παραδοσιακό ψαροχώρι που έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ήσυχο προάστιο της Πάτρας, ιδανικό για παραθεριστική άλλα και για μόνιμη κατοικία.  Ο πατέρας του ήταν από την Κερασούντα από σοϊ τσαγκαράδων και η μητέρα του από το Σοχούμι της Γεωργίας. Γεννήθηκε το 1934 και μεγάλωσε στην εργατοσυνοικία της Νέας Ιωνίας και στο Αυτοβιογραφικό βιβλίο του με τίτλο «Νίκος Ξανθόπουλος. Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα»,  διηγείται πως… «ο πατέρας μου από την αμυαλιά του, είχε ταλαιπωρήσει όλη την οικογένεια, μιας και πολύ συχνά τον χάναμε καθώς εξαφανιζόταν στα γρι-γρι της Πάτρας, όπου είχε κάνει κολλεγιές. Έτσι που τον έχανες που τον έβρισκες, λαμπαδόρο στην Πάτρα, στο γρι-γρι του Άννινου, να πάρει αέρα ο κώλος του. Η καημένη η Μαρία, με την ψυχή στο στόμα και μένα στην αγκαλιά, να τον φτάνει εκεί που της λέγανε πως τον είδανε. Κι έτσι έτυχε να βαφτιστώ εγώ στο Δρέπανο της Αχαίας, εκεί που είναι τώρα το τσιμεντάδικο της «Τιτάν».                                                                                                           

Όταν έγινε ο πόλεμος και μετά η Γερμανική κατοχή, στην Αθήνα και στις συνοικίες της, απλώθηκε η πείνα μαζί με τον φόβο. Ο λαός υπέφερε και η ζωή πλέον δεν είχε καμία αξία καθώς ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους και τους μάζευαν με καρότσια.  Ο Ξανθόπουλος συνεχίζει την διήγηση: «Ο κόσμος έφευγε από τις πόλεις για τα χωριά, να βρούνε να ζήσουνε. Έφυγε κι ο πατέρας εκεί που είχε παλιές φιλίες και κουμπαριές και μετά θα έπαιρνε κι εμάς όπως κι έγινε. Βρεθήκαμε στα Αραχωβίτικα της Αχαϊας, ο πατέρας να δουλεύει στου Ράφτη την τράτα, κι εμείς να περιμένουμε τι θα βγάλει η θάλασσα. Τον πρώτο καιρό κάτι χόρτα από τα χωράφια, κάτι ο γαύρος και η παπαλίνα, κάτι οι ροδίτες από τά αμπέλια, κυλάγαμε καλά.  Αλλάζαμε και τα ψάρια και παίρναμε λίγη μπομπότα, πορευόμασταν. Όσο υπήρχε ο πατέρας στο σπίτι, εγώ οκτάχρονος αλώνιζα με τους φίλους μου τις παραλίες και τα χωράφια. Περιμέναμε στην δημοσιά το λεωφορείο να περάσει, Πάτρα-Αίγιο, ποιος θα κατέβει. Πηγαίναμε στο βάλτο που ξέραμε κάτι δρομάκια και κρυβόμασταν. Καπνίζαμε φούντες από τα καλαμπόκι, τυλιγμένα σε εφημερίδες. Ολόκληρο πύραυλο. Πνιγόμασταν και τρέχανε δάκρυα από τα μάτια μας. Κλέβαμε σταφύλια από τ’ αμπέλια του κόσμου, μαζεύαμε καβούρια, κολυμπάγαμε. Έμαθα κολύμπι, προσπαθώντας να πάω σε ένα βουλιαγμένο καράβι, που υπήρχε πέρα από τα μπάνια, προς τα Χατζέικα, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι. Έτσι ξεθάρρεψα και τους ακολούθησα. Πέρασα από ‘κει  πριν από μερικά χρόνια, δεν υπάρχει τίποτα. Έγινε το τσιμεντάδικο, άλλαξε το τοπίο και τα χρόνια μας, άλλαξαν και οι ζωές μας».

Μαθητής του Εθνικού Θεάτρου με σπουδαίους καθηγητές, είχε ένα πολύ πλούσιο ρεπερτόριο σε κλασσικούς ρόλους και όχι μόνο, στο θέατρο, πριν αρχίσει την καριέρα στον κινηματογράφο με τις ταινίες που τον έκαναν γνωστό. Και η αρχή έγινε με την ταινία «Αγάπησα και πόνεσα» με την Άντζελα Ζήλεια. Πάνω από μια δεκαετία γέμιζε τις κινηματογραφικές αίθουσες με βάσανα, φτώχειες, ξενιτεμούς και κλάμα…  μα πολύ κλάμα. Έγινε το παιδί του λαού που υποστήριζαν και συμπονούσαν μια μεγάλη πλειοψηφία του θηλυκού πληθυσμού σε όλη την χώρα. Ως αποτέλεσμα δε, καθημερινά έφθαναν στα γραφεία της ΚΛΑΚ ΦΙΛΜΣ, που βρίσκονταν στην Ακαδημίας, κοφίνια με τρόφιμα και μπόγοι με ρούχα, για συμπαράσταση. Πολλές ταινίες ήταν με παρόμοιο περιεχόμενο και τραγούδια, πολλά τραγούδια.

Το 1965 κάνει θραύση  η ταινία «Περιφρόνα με γλυκιά μου», όπως και το ομώνυμο σουξέ, με τον Νίκο Ξανθόπουλο, την Μάρθα Βούρτση και δώδεκα τραγούδια του Καλδάρα. Ανάμεσα σε αυτά και δύο  σπουδαία τραγούδια που γράφτηκαν παλαιότερα κάτω από άλλες συνθήκες και για άλλους λόγους, όπως ήταν το

«Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, το σκοτάδι είναι βαθύ                               

κι όμως ένα παλληκάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί»                           

που γράφτηκε το 1947 και το

«Σ’ ένα βράχο φαγωμένο απ’ το κύμα αγριωπό,                            

ένα σούρουπο είχα κάτσει λίγο να συλλογιστώ»                          

που γράφτηκε το 1948. Τα τραγούδια αυτά, προφανώς  μπήκαν εμβόλιμα καθώς εκείνη την εποχή  ο κινηματογράφος και το ραδιόφωνο ήταν τα μόνα μέσα για να τα προωθήσουν   οι δισκογραφικές εταιρίες    και να γίνουν γνωστά.

Θεωρήθηκε η ταινία στην οποία έπεσε το περισσότερο κλάμα στην οθόνη και στην πλατεία. Σκηνή – τραγούδι και κλάμα, σκηνή – τραγούδι και κλάμα με κορυφαίο τραγούδι το :

«Σ΄αγαπώ σε πονώ όσο άλλος κανείς                                                                                  

Μα για αντάλλαγμα εσύ με περιφρονείς.                                                                              

Περιφρόνα με γλυκιά μου, γέλα με το έρωτά μου                                                           

στην καρδιά μου μίσος δεν κρατώ,                                                                                         

γέλα και μη με προσέχεις μα δικαίωμα δεν έχεις                                                              

να μου λες να μην σε αγαπώ                                                     

Δώσε την καρδιά σου σ’ όποιον αγαπάς                                                                              

κι άσε με εμένα μην καρδιοχτυπάς».

Που το 1970 έγινε επιτυχία με τον Μιχάλη Μενιδιάτη.