Ιστορίες χωρίς τίτλο: Ο Γιάννης Ζουγανέλης, η τούμπα και οι σαρδέλες του Πασματζή

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη

Μία πολύ σημαντική και ενδιαφέρουσα παράσταση με τίτλο «ΟΙ ΤΟΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΗΧΟΙ» και με άρωμα Πάτρας της προ εξήντα ετών, εποχής ανέβασε το ΔΗΠΕΘΕ με σκηνοθεσία της Μαρίας Φλωράτου και πρωταγωνιστή τον Γεράσιμο Γεννατά.  Αναφέρει στο πρόγραμμα η σκηνοθέτις :

«Οι τόποι διαμορφώνουν την ψυχή μας. Οι τόποι ενώνουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η Πάτρα του 1959, η πόλη που γνώρισε ο Γιάννης Ζουγανέλης διαφέρει σε πολλά από την Πάτρα του 2019. Αφηγούμαστε την ιστορία του διάσημου τουμπίστα 60 χρόνια μετά και αναζητούμε τα ίχνη μιας άλλης εποχής στην Πάτρα του σήμερα. Οι καιροί αλλάζουν, οι γειτονιές μεταμορφώνονται, αλλά το αποτύπωμα της ζωής που πέρασε, παραμένει στις ιστορίες των ανθρώπων...σαν απόηχος. Οι τόποι είναι ήχοι». Η αφορμή της παράστασης αυτής είναι το βιβλίο του Γιάννη Ζουγανέλη με τίτλο «Ο ήχος της σάλπιγγος»

Προ ετών είχα διαβάσει το θαυμάσιο βιβλίο του Κώστα Λογαρά με τίτλο «Πάτρα μια πόλη στη λογοτεχνία». Μέσα σε αυτό βρίσκονταν κάποια κείμενα του Γιάννη Ζουγανέλη από το βιβλίο αυτό, μου έκαναν τόση εντύπωση που το αναζήτησα και το παρήγγειλα καθώς στα βιβλιοπωλεία της Πάτρας δεν υπήρχε. Ένα θαυμάσιο αυτοβιογραφικό βιβλίο που «ο συγγραφέας ζωντανεύει με αμεσότητα , ειλικρίνεια και λυρισμό μια ζωή που όταν το παραξηλώνει γίνεται απίστευτη».

Τέλος της δεκαετίας του ’50 βρέθηκε στην Πάτρα ως δεκαοχτάχρονος υπαξιωματικός του ΚΕΝ, όμως ένα σπάνιο μουσικό ταλέντο και ταυτόχρονα ένας σπάνιος άνθρωπος που αγάπησε την πόλη μας στην οποία πέρασε τα δυστυχέστερα χρόνια της ζωής του.

Ως   μουσικός της Δημοτικής Μπάντας  περιγράφει την πόλη μας με πολύ ζωηρά χρώματα: «…Κυριακή πρωί στην πλατεία Γεωργίου, ο κόσμος κάθεται σε σιδερένια τραπεζάκια και απολαμβάνει την ωραία πράγματι ημέρα πίνοντας λεμονάδες, πορτοκαλάδες, βυσσινάδες η τρώγοντας διάφορα γλυκά του κουταλιού, περγαμόντο κυρίως.  Εμείς η Μουσική του Δήμου Πατρέων, καθόμαστε σε μια ξύλινη εξέδρα στην μέση της πλατείας και κουρδίζουμε τα όργανά μας. Είναι έντεκα η ώρα πριν το μεσημέρι, την συναυλία μας θα διευθύνει ο Βασίλης Σωζόπουλος.  Εκτός από τους ανθρώπους που κάθονται στα τραπεζάκια, πολλοί στέκονται ορθοί γύρω από την εξέδρα, είναι αυτοί που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μουσική μας. Λίγο πριν αρχίσουμε, γίνονται συζητήσεις μεταξύ των μουσικών και ορισμένων από το ακροατήριο: «Τι θα παίξετε σήμερα;» «Γιατί λείπει το δεύτερο τρομπόνι»

Αρχίζουμε από την «Κλεύτρα Κίσσα» του Ροσσίνι, έργο ελαφρύ, ευχάριστο, αστράφτουν τα κουταλάκια του γλυκού στον ήλιο, ο αρχιμουσικός υποκλίνεται μις φορά, δεν μπορεί δύο…

Συνεχίζουμε με την «Πολωνέζα» του Σοπέν, επιτυχημένη διασκευή για μπάντα. Οι νέοι παρασύρονται σ’ ένα παραλήρημα χαράς, γελούν ευχάριστα, τα ρούχα που φορούν τους κάνουν πιο όμορφους. Τελευταίο έργο της συναυλίας είναι η «Αϊντα» του Βέρντι, όπου ο κόσμος συνοδεύει την μπάντα τραγουδώντας αποσπάσματα από τις γνωστές άριες. Τελειώσαμε,  οι εργάτες ξηλώνουν την εξέδρα, τα τραπεζάκια  μένουν μόνα τους στην πλατεία κι οι χαρακτηριστικοί μπρούτζινοι λέοντες βγάζουν άφθονο νερό από το στόμα τους».

Ο Γιώργος Βιδάλης, στο βιβλίο του «Δημοτική Μουσική Πατρών – Το χρονολόγιο ενός Λαϊκού Ωδείου» αναφέρει.

«Ο Ζουγανέλης, το 1957, προσλήφθηκε στην Δημοτική μουσική της Πάτρας, όπου και ανέδειξε το πολύμορφο μουσικό ταλέντο του. Το 1961 πηγαίνει στην Αθήνα και προσλαμβάνεται στην Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων, φοιτά ταυτόχρονα στο Εθνικό Ωδείο με καθηγητή το Βασίλειο Σωζόπουλο ( με τον οποίο γνωρίζεται από την Πάτρα) και στην συνέχεια με κρατική υποτροφία στο Ωδείο Αθηνών απ’ όπου το 1967 παίρνει το δίπλωμα «Βαθείας Σάλπιγγος» (Τούμπα) με άριστα παμψηφεί. Έκτοτε η μουσική του σταδιοδρομία απογειώνεται. Σημαντικοί Έλληνες συνθέτες γράφουν γι’ αυτόν έργα για τούμπα , τα οποία ερμηνεύει σε πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα και σε χώρες της Ευρώπης και Αμερικής. Ως σολίστ έπαιξε   με τις κρατικές ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης καθώς και με τις συμφωνικές ορχήστρες του Δήμου Αθηναίων του Βελιγραδίου, της Λουμπλιάνας και της Βουλγαρίας . ο Γιάννης Ζουγανέλης είναι ο μουσικός που ανέδειξε την τούμπα στην Ελλάδα, ενώ η διεθνής κριτική τον έχει κατατάξει στους κορυφαίους τουμπίστες του κόσμου».

Είναι ο μουσικός που αποκάλυψε τις τεχνικές και εκφραστικές δυνατότητες της τούμπας, ανέσυρε από τις ορειχάλκινες σωλήνες της έναν πρωτόγνωρο ηχητικό πλούτο και την κατέστησε όργανο σολιστικό, από όργανο συνοδείας που ήταν μέχρι τότε στην χώρα μας.

Εκτός από την μπάντα, ο Ζουγανέλης, όπως σχεδόν και όλοι οι μουσικοί, συμμετείχε σε συγκροτήματα σε κέντρα, δουλειές που τις έκλειναν στο «Καφενείο των Μουσικών», όπως αυτή που περιγράφει στο κέντρο του «Κουμπούρα».

«Ο Κουμπούρας ήταν παλιός μάγκας, χρόνια στην φυλακή για προμελετημένο φόνο, ήταν πάντα ένοπλος  και του έμεινε το παρατσούκλι «Ο Κουμπούρας». Στην δουλειά αυτή ακορντεόν έπαιζε ο Γιώργος ο Πασματζής, ένα πολύ μελαχρινός που είχε πάγκο στη λαϊκή. Το πρωϊ πωλούσε οπωρικά στη λαϊκή αγορά και τα Σαββατοκύριακα, αν έβρισκε δουλειά σε κάποιο κέντρο, έπαιζε ακορντεόν. Πριν ανεβούμε στη πίστα ο Κουμπούρας έφερνε στην ορχήστρα πέντε ουζάκια  σε ισάριθμα ρακόγυαλα. Το ούζο δεν με ενδιέφερε, αλλά έτρωγα με βουλιμία τη σαρδέλες που μου αναλογούσε κι εκείνη τη μπουκιά το ψωμάκι που ήταν σαν αντίδωρο. Πολλές φορές συνέβαινε να μην έχω φάει τίποτα όλη τη μέρα κι ήταν «κάτι» αυτά , εν όψει της νύχτας που ερχόταν και του «φυσήματος» με την τρομπέτα που θα ακολουθούσε. Ο Πασματζής δεν έτρωγε ποτέ τη μισή σαρδέλα και την έτρωγα εγώ. «Φάε και το ψωμάκι εγώ δεν πεινάω».  Τι ήθελε να το πει αυτό, το «εγώ δεν πεινάω» για μένα το έλεγε, ας το έλεγε….»

Ο Γιάννης Ζουγανέλης έφυγε από την ζωή, πρόωρα, το 2006, σε ηλικία 68 ετών.