Ιστορίες χωρίς τίτλο: Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΒΟΛΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ | dete

Ιστορίες χωρίς τίτλο: Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΒΟΛΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη

Ήταν μέσα του Απρίλη αρχές της δεκαετίας του 1970, όταν μαζί με φίλους και συμμαθητές μου από το 14ο Γυμνάσιο της Πλάκας, αρχίζαμε τις βόλτες μας, εκείνα τα όμορφα και γλυκά Κυριακάτικα απογευματινά.

Αυτή την βόλτα ακριβώς, περιγράφει σε ένα κείμενο του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, στο βιβλίο του «Δώδεκα πόντους και μισό» με τίτλο «Η ωραιότερη βόλτα του κόσμου».

Μια μεγάλη παρέα, γινόμασταν, κι όταν άρχιζε να πέφτει ο ήλιος, πίσω από τον βράχο που ρόδιζε τις αιώνιες κολώνες, ξεκινάγαμε την βόλτα μας, σε γνώριμες περπατησιές και εικόνες. Η Διονυσίου Αρεοπαγίτου, δεν είχε γίνει πεζόδρομος, όμως εμείς είχαμε σημείο συνάντησης την καφετέρια «Ερμιόνη» πίσω από τον Άη Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη, που είχε την απέραντη θέα προς τον Παρθενώνα.

Όμορφες εικόνες, από τα πλακόστρωτα δρομάκια, τα πανέμορφα παγκάκια και την ανακατασκευασμένη εκκλησία από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Δημήτρη Πικιώνη. Πέτρες, κεραμικά και άλλα διακοσμητικά στοιχεία μετέφερε από κατεδαφίσεις νεοκλασικών σπιτιών που η αστυφιλία εξαφάνιζε από τις αρχοντικές συνοικίες της Αθήνας και με Ναξιώτες τεχνίτες, τα ενσωμάτωνε στα πλακόστρωτα δρομάκια του Φιλοπάππου, του Ηρωδείου και της Πνύκας. Βαδίζαμε και θαυμάζαμε τα έργα που διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα ολόκληρης της περιοχής και που έγιναν με εντολή και προσωπική επίβλεψη του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Απέναντι και μετά τα σκαλάκια του Ηρωδείου, ακολουθούσαμε τον δρόμο της Πνύκας. Αν είχαμε χρόνο δε, ανεβαίναμε και στον βράχο της Πνύκας από εκείνη την απότομη, λαξευμένη στον βράχο, σκάλα, για να θαυμάσουμε την μοναδική θέα της Αθήνας εκείνης της πλευράς. Στα δεξιά από την οδό Θεωρίας,  μας αγκάλιαζαν  με την σκιά τους τα Προπύλαια και ο ναός της Απτέρου Νίκης, το μνημείο του Αγρίππα και όταν περνούσαμε την Μυκηναϊκή πηγή, επιλέγαμε την κατάβαση, όπως την λέγαμε προς την αρχαία Αγορά.

Κι όταν κατηφορίζαμε την Διοσκούρων, καταλήγαμε στους Αέρηδες, ανάμεσα στην Στοά του Αττάλου, την βιβλιοθήκη του Αδριανού, τον πύργο με το Ωρολόγιον του Κυρρήστου και τους Ανέμους του, το Φετιχέ τζαμί, την Ρωμαϊκή αγορά. Τι άλλο θέλαμε, οι εικόνες πολλές, όσες φορές κι αν κάναμε την βόλτα, δεν χορταίναμε εικόνες και γνώση που άγγιζαν όλες τις περιόδους της ιστορίας μας. Στους ίδιους δρόμους που περπάτησαν προσωπικότητες που χάραξαν παρακαταθήκες στην παγκόσμια ιστορία και τον πολιτισμό. Ο Περικλής, ο Αριστοφάνης, ο Πλάτωνας, ο Σωκράτης, ο Αισχύλος και πόσοι άλλοι έχουν περπατήσει στις ίδιους δρόμους αυτούς.

Αν κατηφορίζαμε από την Πανός, συναντούσαμε στην γωνία με την Θόλου,  την μπουάτ του Γιώργου Ζωγράφου, το «Χρυσό κλειδί» και πιο κάτω την περίφημη «Folk Seventeen» που αργότερα ως φοιτητές, γνωρίσαμε τον Bob Dylan. Στην Θόλου, πιο πέρα βρισκόταν η διαχρονική μπουάτ του Γιάννη Αργύρη «Απανεμία» και μέσα στα στενά ταξίδευε η υπέροχη φωνή της Πόπης Αστεριάδη:

Πάει κι αυτή η Κυριακή και η χαρά μας πάει,

Ήτανε τόσο βιαστική όπως και κάθε Κυριακή

Που πριν την ζήσουμε περνάει…..

Αλήθεια γιατί οι Κυριακές περνάνε τόσο γρήγορα, γιατί είναι τόσο βιαστικές.

Βρισκόμαστε στα στενά της Πλάκας, με τις μπουάτ και τα ταβερνάκια σκαρφαλωμένες σε πολυκαιρισμένα σκαλάκια με χαμηλές πόρτες, σκαμνάκια με υφαντά και ξεθωριασμένες αφίσες Μετά η από την Άρεως η από την Αιόλου, καταλήγαμε για μια μερίδα κεμπάπ με ψητή ντομάτα και κρεμμύδι,  στον Θανάση της Ερμού της πλατείας Μοναστηρακίου…

Η Αδριανού ήταν ο βασικός δρόμος της επιστροφής, καθώς περνούσαμε από το Γυμνάσιό  μας, που ήταν Σχολείου και Επιχάρμου και μετά την διασταύρωση με την Κυδαθηναίων, με τα περίφημα «Μπακαλιαράκια», ακολουθούσαμε την «Σέλλευ» και στην συνέχεια την «Βύρωνος» με το μνημείου του Λυσικράτους, πριν καταλήξουμε στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου.

Βάκχου, Φρυνίχου, Επιμενίδου, Θέσπιδος, Κέκροπος, Πρυτανείου και τόσοι άλλοι δρόμοι ήταν η ιστορία μας που την συναντούσαμε στην βόλτα μας. Πολλές φορές, επιλέγαμε τον αρχαιότερο και μακρύτερο δρόμο της αρχαίας Αθήνας, την Τριπόδων που στα σπλάχνα της έκρυβε πολλά μυστικά, όπως αργότερα αποδείχτηκε.

Στα αριστερά μας ήταν οι μάντρες του Συντάγματος Χωροφυλακής Μακρυγιάννη και δεξιά μας τα ερείπια του θεάτρου του Διονύσου. Τουριστικά πούλμαν ανεβοκατέβαιναν, καθώς μετέφεραν τουρίστες για τον λόφο του Φιλοπάππου  για να δουν το πρόγραμμα «Ήχως και Φως» που με χρωματικές αλλαγές στους προβολείς που φώτιζαν των Παρθενώνα, μάθαιναν την ιστορία του ιερού βράχου. Άλλοι δε πήγαιναν στο θέατρο της Δώρας Στράτου για να παρακολουθήσουν τους παραδοσιακούς χορούς της πατρίδας μας.

Πιο πάνω αριστερά μας, το Μερόπειο ίδρυμα  και δίπλα ο ναός, που καθώς έλεγαν στα θεμέλια του βρέθηκε ναός της θεάς Αθηνάς και για αυτό αφιερώθηκε στην Αγία Σοφία. Όλη αυτή η περιοχή στα 3-4 μέτρα βάθος, αγκάλιαζε τα σπαράγματα της κλασσικής Αθήνας, όπως και φάνηκαν στις ανασκαφές που έγιναν για την κατασκευή του μουσείου της Ακροπόλεως. Και καταλήγαμε στην γωνία με την Ροβέρτου Γκάλι, πριν αναχωρήσουμε για τα σπίτια μας.

Ήταν ακριβώς, «Η πιο ωραία βόλτα του κόσμου» που περιγράφει στο βιβλίο του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Που με τα υπέροχα τραγούδια του, μας έκανε παρέα, μαζί του γλεντήσαμε, δακρύσαμε, μεθύσαμε και ερωτευτήκαμε… είμαστε δεκαεξάρηδες και

…Όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου…

Τι χρώματα τι μουσικές μες στο χαμόγελό σου…