Ιστορίες χωρίς τίτλο: Απρίλη μου Ξανθέ… και όχι βροχερέ | dete

Ιστορίες χωρίς τίτλο: Απρίλη μου Ξανθέ… και όχι βροχερέ

To χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση" που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη

Είπαμε Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκάφτης… πάει πέρασε αλλά τώρα έχουμε Απρίλη, κανονικά μπαίνει χαλαρά η άνοιξη, δεν λέω μπαίνει… αλλά τέτοιο Απρίλη δεν τον περιμέναμε. Βροχές και καταιγίδες και ανεμοβρόχια μας ρημάξανε.

Σύμφωνα με τις προγνώσεις φεύγουν και οι βροχές. Άντε λοιπόν και ανεβαίνει η θερμοκρασία…. Αλλά τώρα που γράφω το κείμενο έξω ρίχνει καρέκλες.

Αυτές τις μέρες, με τα μπουμπουνητά, την βαρυσυννεφιά και την συνεχιζόμενη βροχή, μου ΄ρθε στον νου στις αρχές της δεκαετίας του 1960  με την έναρξη της σχολικής χρονιάς που άρχιζαν και τα πρωτοβρόχια.

Τότε όταν στην Πάτρα ξεκίναγαν οι βροχές, δεν σταμάταγαν με τίποτα και αραίωναν μετά τ’ Αγιαντρεός, που «αντριεύει ο καιρός». Και άρχιζε το τσουχτερό κρύο, λόγω της υγρασίας, που απαιτούσε καλό μπαμπούλωμα σε κάθε έξοδο από το σπίτι. Έτσι, καθημερινά σχεδόν, από αρχές Οκτωβρίου έως και τέλος Νοεμβρίου, έπρεπε να φοράω το αδιάβροχο και τις γαλότσες και να πηγαίνω τοίχο - τοίχο για το σχολείο, όταν τα σκοτεινά πρωινά κατέβαινα την Κανάρη, που δεν είχε στοές. Ο ήχος από το χτύπημα της βροχής στις λαμαρίνες και τα λούκια (τσουρ-τσουρ το έλεγαν οι Πατρινοί) δύσκολα ξεχνιέται. Όταν δε έριχνε κουρκουσάλι, συχνό φαινόμενο, τότε τα πράγματα δυσκόλευαν και πιλάλαγα γρήγορα για να μπω κάτω από τις στοές του σχολείου μου, του Καρανικολού.

Η άνοιξη, όμως, άλλαζε τελείως την όψη της Πάτρας. Έδιωχνε γρήγορα τη μουνταμάρα με τους βρεμένους δρόμους. Και στην πάνω πόλη απλωνόταν η μοσκοβολιά από τα άνθη της νεραντζιάς, αλλά και από τα τσαντσαμίνια και τα μπουγαρίνια,  που στόλιζαν τις ασβεστωμένες αυλές. Το άρωμα δυνάμωνε τα απογεύματα, μετά από τη δροσιά που άπλωνε το καταβρεχτήρι στα άνθη και στα φυλλώματα. Στις γειτονιές της πάνω πόλης οι φράχτες στις αυλές ήταν γεμάτοι νυχτολούλουδα και περικοκλάδες με μπλε χωνάκια.

Είχα μια θειά στα Ταμπάχανα, που στο πίσω μέρος του σπιτιού, μετά από την κουζίνα με το χτιστό μαγειρειό, είχε μια τσιμεντωμένη αυλή, γεμάτη καμέλιες, ορντασίες και στο φράχτη μαζί με το γιασεμί σκαρφάλωνε μέχρι ψηλά μια πανέμορφη ρολογιά η πασιφλόρα. Λουλούδι του πάθους με θεραπευτικές ιδιότητες, χρνολογείται από την εποχή των Ίνκας. Οι Ισπανοί Ιεραπόστολοι που κατέφθασαν αργότερα στην περιοχή, αφιέρωσαν το φυτό στα Πάθη του Χριστού, με τα πέταλά του να συμβολίζουν τους δέκα Απόστολους (με εξαίρεση τον Πέτρο και τον Ιούδα), τη μωβ κορώνα το αγκάθινο στεφάνι του, τους πέντε στήμονες – τις πληγές του Εσταυρωμένου, τα καφέ στίγματα – τα καρφιά της Σταύρωσης.

Κι εγώ μαζί μετά άλλα πιτσιρίκια, σαν παιχνίδι, ρουφάγαμε τα μέλια του λουλουδιού, ανάμεσα σε ντενεκέδες φρεσκοασβεστωμένους και σε βαρέλια του πετρελαίου, που κομμένα στη μέση, χρησίμευαν σαν γλάστρες για τις καμέλιες.

Αυτή την άνοιξη θα ήθελα να είχα και σήμερα και να έχω κι έναν Απρίλη όπως το τραγούδησε ο Μπιθικώτσης το 1962…

«Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε,

καρδιά μου πως αντέχεις

μέσα στη τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές».

Καρδιά μου πως αντέχεις…. Ένας στίχος που βγαίνει μαζί με βαθύ αναστεναγμό και περικλείει πάθη, στεναγμούς και βάσανα που απελευθερώνταν μαζί με τα λόγια του μάγου Μίκη Θεοδωράκη.

Γιομίζ΄η γειτονιά μου

τραγούδια και φιλιά

την κοπελιά μου την λεν Ελενιώ

μα το ΄χω μυστικό.

Τα μυστικά της γειτονιάς που ήταν πολλά αλλά και με ένα μαγικό τρόπο ζωντάνευαν κάθε άνοιξη.

Οι γειτονιές ήταν γεμάτες με μονώροφα και διώροφα σπίτια, φαγωμένα από τον χρόνο, με υγρούς τοίχους και στοές, με ξύλινα σκεβρωμένα παντζούρια, που ήταν διάσπαρτα σε όλο τον δρόμο. Οι νεραντζιές που στόλιζαν την πόλη καλωσόριζαν  την άνοιξη με τα ανθάκια τους και το άρωμά τους.

Όταν κατεβαίναμε από τις σκάλες των Υψηλών Αλωνίων, μας αγκάλιαζε μια γλυκιά ανοιξιάτικη γνώριμη μυρωδιά. Η Τριών Ναυάρχων ακόμη και σήμερα, σκορπίζει απλόχερα, το υπέροχο άρωμα που η Πατρινιά νερατζιά μόνο ξέρει να χαρίζει…

Αχ κι αυτή η βροχή, πόσα ανθάκια άραγε να έστρωσε στο χώμα και μας στέρησε την πανδαισία αρωμάτων που χαϊδεύουν κάθε άνοιξη την Πάτρα μας.

Η άνοιξη είναι αυτή που γεύεται η ευλογημένη χώρα μας απ΄ άκρη σ’ άκρη και είναι αυτή που δεκαοκτάχρονοι, σιγοντάραμε στην ημιφωτισμένη μπουάτ, «το στέκι του Γιάννη», μαζί με τον Γιάννη Πουλόπουλο…

«Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη

το τρενάκι της ψυχής μου ξεκινάει,

και στης νιότης μου γυρίζει τα λημέρια

στα μεγάλα τα ζεστά μου καλοκαίρια.

Τα γλυκά μου βασανάκια τ’ ανοιξιάτικα

μου ραγίζουν την καρδούλα Κυριακάτικα.

Κάθε Μάρτη, κάθε Απρίλη, κάθε Μάη

χελιδόνι η καρδιά μου που πετάει

και θυμάμαι κάτι αγάπες περασμένες

γελαστές και τρυφερές και πονεμένες».

Αυτή είναι η άνοιξη, αυτός και ο Απρίλης, φωτεινός, μυρωδάτος και αγαπησιάρης. Και ποιος δεν θυμάται τις περασμένες αγάπες των παιδικών μας χρόνων, που εκλιπαρούσαμε για ένα βλέμμα τους γυριστό και αθώο μέσα στην εκκλησία στα δώδεκα ευαγγέλια.

Και την άλλη μέρα, την Μεγάλη Παρασκευή, την περιμέναμε πως και πως για τρείς λόγους…

-για την μπάντα του Δήμου, που συνόδευε τον επιτάφιο με τη σύνθεση του μαέστρου Θ. Κάββουρα, το πένθιμο εμβατήριο «Marcia Funebre Lacrimosa»,

-για τις ταινίες «ο Βασιλεύς των Βασιλέων» και «Η Ωραιότερη Ιστορία του Κόσμου», που βλέπαμε από το πρωί δύο και τρεις φορές συνέχεια στο ΡΕΞ, Γούναρη και Κανακάρη, και

-για την ορφανή (χωρίς λάδι) χοντρομπίγουλη με ντομάτα.

Αυτός είναι ο Απρίλης, όχι αυτό ο τωρινός μουντός και συννεφιασμένος… Αμάν πια.