ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤIΤΛΟ: Καρδιά μου καημένη πως βαστάς και δεν ραγίζεις | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤIΤΛΟ: Καρδιά μου καημένη πως βαστάς και δεν ραγίζεις

Του Θανάση Κούστα

Ο Στέφανος είχε το ουζερί στο ισόγειο κάτω από το σπίτι μας στη Γούναρη ακριβώς κάτω από τα Ψηλαλώνια. Είχε ψησταριά σε καθημερινή βάση με κοκορέτσι ή σπληνάντερο και άλλους μεζέδες, που συνόδευαν τα καραφάκια του ούζου και την μπίρα του Μάμου στο ποτήρι, και πατάτες τηγανητές με χειροποίητη μουστάρδα στα πιάτα.

Στο βάθος είχε και ένα ράδιο-πικάπ‒ ήταν ένα μεγάλο ραδιόφωνο που στην πάνω πλευρά, είχε πικάπ για δίσκους 78 στροφών, αλλά έπαιζε και 45άρια.

Η παρουσία μου σε αυτό το μαγαζί το 1959 και το 1960, δηλαδή πριν πάω στο δημοτικό, ήταν σε ολοήμερη βάση, καθώς ήμουν η παρέα του Στέφανου και το παιχνίδι μου είχε να κάνει με τη λειτουργία του μαγαζιού. Το πρωί βοηθούσα στο ανακάτεμα των υλικών για την ετοιμασία της χειροποίητης μουστάρδας με μία ξύλινη κουτάλα.

Πριν από το μεσημέρι, φορτωμένος πίσω στη σκάρα του διπλοσκέλετου ποδηλάτου, πηγαίναμε με τον Στέφανο για προμήθειες. Πρώτα από το μπακάλικο του Κλαουδάτου, που ήταν στη Γούναρη, λίγο πιο κάτω από το ΠΑΛΛΑΣ, και μετά δίπλα, στο χασάπικο του Ανδριόπουλου. Πολλές φορές πηγαίναμε και στο χασάπικο του Κορομπίλη, που ήταν Κορίνθου και Πατρέως. Το καλοκαίρι, τα πρωινά, μόλις τελείωναν οι εργασίες της προετοιμασίας, με φόρτωνε στη σκάρα και με το ποδήλατο πηγαίναμε στις Ιτιές για μπάνιο. Περνούσαμε μπροστά από τα μεγάλα εργοστάσια της ΒΕΣΟ, του Λαδόπουλου, της Πειραϊκής-Πατραϊκής και του Σπηλιόπουλου. Χιλιάδες οι εργαζόμενοι, το νερό άφθονο, τα βαγόνια από πίσω ξεφόρτωναν και τα φουγάρα ξεθύμαιναν την πίεση από τους ατμολέβητες, που έδιναν ενέργεια στις γεννήτριες για την παραγωγή ρεύματος, καθώς το εργοστάσιο του Γλαύκου δεν κάλυπτε αυτά τα εργοστάσια, επομένως ήταν αυτοπαραγωγοί του ηλεκτρικού ρεύματος που χρειάζονταν. Η θάλασσα συνήθως ήταν χρωματιστή από τις βαφές του Λαδόπουλου και της Πατραϊκής, ενώ μπροστά από τα Σφαγεία ήταν σχεδόν μονίμως κόκκινη.

Το εργοστάσιο του Λαδόπουλου έκανε διάλειμμα για μιάμιση ώρα και τότε πολλοί εργάτες και τεχνίτες πήγαιναν στα γύρω μαγέρικα για το μεσημεριανό τους. Δύο από αυτά βρίσκονταν δίπλα στο παλιό εργοστάσιο για το γκάζι, όπου τότε ο Δήμος κατασκεύαζε τα άρματα του καρναβαλιού.

Το πιο ονομαστό μαγέρικο της περιοχής, όμως, ήταν του κυρ Φώτη Στεργίου.

Το πατσατζίδικο του κυρ Φώτη (η «ταβέρνα του πατσά», όπως την έλεγαν) ήταν δίπλα στα Σφαγεία. Ένα μεσημέρι, στην επιστροφή από το μπάνιο, καθίσαμε κι εμείς εκεί, για να απολαύσει ο Στέφανος πατσά μοσχαρίσιο με σκορδοστούμπι. Το μαγαζί ήταν γεμάτο από εργάτες του Λαδόπουλου, που έκαναν το διάλειμμά τους για πατσά λαδορίγανη και ξεκούραση. Στους μεσημεριανούς πελάτες υπήρχαν επίσης καροτσέρηδες και εκδοροσφαγείς. Όμως τα βράδια, συχνά, είχε ως πελάτες βιομήχανους και επιχειρηματίες της Πάτρας, που είχαν το δικό τους έτοιμο τραπέζι, στρωμένο με λινό τραπεζομάντιλο.

Τα μεσημέρια που γυρίζαμε, στις δώδεκα, σφύριζε η μπουρού του εργοστασίου του Λαδόπουλου για το διάλειμμα της μιάμισης ώρας. Η μπουρού δούλευε με ατμό και ακουγόταν από την Πάτρα μέχρι το Μιντιλόγλι. Στις πεντέμισι το απόγευμα σχόλαγε η βάρδια. Γέμιζαν οι δρόμοι με εργάτες και εργάτριες που, μαζί με το συφερτάσι τους, έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής μέσω της Ιεροθέου ή της Βορείου Ηπείρου.

…Τα καυτά καλοκαιρινά απογεύματα άρχιζε η προετοιμασία του μαγαζιού για την υποδοχή των πελατών‒ πρώτα καταβρέχαμε, κατόπιν ρίχναμε πριονίδι και μετά σκουπίζαμε το πεζοδρόμιο της Καλαβρύτων, το οποίο τότε ήταν πολύ φαρδύ και χώραγε πολλά σιδερένια στρογγυλά τραπέζια και ψάθινες καρέκλες. Όταν έρχονταν οι πελάτες, αναλάμβανα το ράδιο-πικάπ, όπου σύμφωνα με τις παραγγελίες έβαζα τα 45άρια και το πρόγραμμα ξεκίναγε με την εντολή «βάλε μια πλάκα, μικρέ».

Για να βάλω την πλάκα, όμως, έπρεπε να γνωρίζω ανάγνωση, κι αυτός ήταν ο λόγος που έμαθα νωρίς την αλφαβήτα‒ τα πρώτα γράμματα που έμαθα να διαβάζω ήταν οι τίτλοι των τραγουδιών. Πρώτα σκούπιζα την πλάκα με ένα ειδικό πανάκι και το βουρτσάκι και μετά με προσοχή, απαλά, ακουμπούσα τη βελόνα.

Το μαγαζί είχε στους τοίχους διαφημιστικές αφισέτες των δισκογραφικών εταιρειών ΜΙΝΩΣ και COLUMBIA με τα καλλιτεχνικά ζευγάρια της εποχής: Στέλιος Καζαντζίδης - Μαρινέλα, Πάνος Γαβαλάς - Ρία Κούρτη, Βασίλης Τσιτσάνης - Μαρίκα Νίνου, Γιώργος Μητσάκης - Άννα Χρυσάφη, Σπύρος και Ζωή Ζαγοραίου. Στη μέση του μαγαζιού ήταν η φωτογραφία της λατρεμένης λαϊκής τραγουδίστριας των Πατρινών, της Πόλυ Πάνου, σε αφίσα με τον Γιάννη Καραμπεσίνη.

Τα αγαπημένα τραγούδια των θαμώνων ήταν τα: «Ένα σφάλμα έκανα», «Φεγγάρι χλωμό», «Γεια σου τσολιά μου», «Σε τούτο το στενό», «Μια στεναχώρια», «Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω». Όπως επίσης: «Αυτή η νύχτα μένει», «Η πρώτη αγάπη σου είμαι εγώ», «Είσαι η ζωή μου», και σε μόνιμη βάση το «Βαρέθηκα τέτοια ζωή» με τον αγαπημένο τους Καζαντζίδη. Τα σαββατόβραδα, που είχαν πιο ευχάριστη διάθεση οι θαμώνες, βάζαμε «Τα καβουράκια». Ο Στέφανος έλεγε ότι το τραγούδι με τα καβουράκια το σιγοτραγουδούσαν οι θαμώνες, γιατί έκαναν συμπαράσταση στον κάβουρα, που τράβαγε τα μαλλιά του κάθε φορά που έχανε την καβουρίνα… και μάλλον θα είχαν τους λόγους τους.

Αυτά τα τραγούδια ήταν σε ζήτηση, αφού είχαν πιει τα καραφάκια και τις μπίρες τους. Νωρίς, οι παραγγελίες ήταν για το «Περασμένες μου αγάπες» με τη Μαίρη Λίντα, «Τα παιδιά του Πειραιά» και «Η άμαξα μες στη βροχή».

Τέλος, τρεις και τέσσερις φορές κάθε βράδυ ‒ανάλογα με τις παραγγελίες‒ θα έβαζα το ινδικής προελεύσεως τραγούδι

 «Καρδιά μου καημένη πώς βαστάς και δεν ραγίζεις                                           

 στον ψεύτη ντουνιά  τόση απονιά που αντικρίζεις                                              

Ησυχία και χαρά μέσα στη ζωή δεν έχω νιώσει

και μι' αγάπη ακόμα που 'χα πιστέψει μ' έχει πληγώσει…»

Και από το βάθος του μαγαζιού ακουγόταν η σπαρακτική φωνή της Βούλας Πάλλα

 «Δε με πόνεσε κανείς, ούτε στιγμή μες στη ζωή μου
μες στους δρόμους ξαφνικά κάποιο πρωϊ θα βγεί η ψυχή μου»

Τραγούδια σαν κι αυτό ήταν επηρεασμένα από τις ταινίες του ινδικού κινηματογράφου, που προβάλλονταν και στις αίθουσες της Πάτρας. Μια τέτοια ταινία είδα, όταν πήγα για πρώτη φορά στη ζωή μου σε κινηματογράφο, στο ΠΑΛΛΑΣ, στη γωνία Γούναρη και Αγίου Γεωργίου. Η ταινία ήταν η «Γη ποτισμένη με ιδρώτα» με πρωταγωνίστρια τη Ναργκίς.

(από εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση που κυκλοφορεί κάθε Τετάρτη)