ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί…. Ένα χελιδονάκι | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί…. Ένα χελιδονάκι

Χρονογράφημα του Θανάση Κούστα από την εφημερίδα "7 Μέρες Ενημέρωση"

Η Δεκαετία του 1960, χαρακτηρίστηκε η δεκαετία του ξενιτεμού. Που νέοι άνθρωποι στην ακμή της δημιουργίας τους, αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να επιζήσουν, να συντηρήσουν την οικογένειά τους και γιατί όχι να δημιουργήσουν. Ήταν μια χρονική περίοδος που απείχε μόλις δέκα χρόνια από το τέλος του εμφύλιου σπαραγμού, που έβαζε τις βάσεις για την οικονομική ανάπτυξη η οποία όμως δεν τους χώραγε όλους και  που η αστυφιλία συσσώρευε αγροτικούς πληθυσμούς στην Αθήνα με προβληματική και αργή αφομοίωση.

Και σαν εσχάτη λύση ήταν η ξενιτιά… τα τρένα για το Μόναχο και τα καράβια για την Αυστραλία και την Αμερική γέμιζαν με δάκρυα και πόνο και άφηναν στους σταθμούς και τις προκυμαίες μανάδες με  λευκά μαντήλια και σκυθρωπά πρόσωπα που έψαχναν με αγωνία ένα αποκούμπι.

Ήταν το 1962 που  τότε στα ραδιόφωνα και τα τρανζίστορ ακούστηκε η φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση στο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη με στίχους του Ερρίκου Θαλασσινού. Ένα τραγούδι που συνόδευε τους ξενιτεμένους όταν ξαπόσταιναν και ζήταγαν λίγη πατρίδα….

Φεγγάρι μάγια μου ‘κανες και περπατώ στα ξένα

είναι το σπίτι ορφανό αβάσταχτο το δειλινό

και τα βουνά κλαμένα

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί

να πάει στη μάνα υπομονή

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί

ένα χελιδονάκι

να πάει να χτίσει τη φωλιά στου κήπου την κορομηλιά

δίπλα στο μπαλκονάκι

Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή

Να πάει στη μάνα υπομονή

δεμένη στο μαντήλι

προικιά στην αδελφούλα μου και στη γειτονοπούλα μου

γλυκό φιλί στα χείλη

Και όταν έφθασε το 1963, γέμισε μελωδίες το Ηρώδειο… οι μάγοι Νίκος Γκάτσος και Μάνος Χατζηδάκης τραγούδησαν την προσμονή του ξενιτεμένου με λόγια πονεμένα που έφερναν στον νού εικόνες γεμάτες χρώμα και φαντασία…

Τ΄ αστέρι του βοριά θα φέρει ξαστεριά

μα πριν φανεί μέσα απ’ το πέλαγο πανί

θα γίνω κύμα και φωτιά να σ’ αγκαλιάσω ξενιτιά

Κι εσύ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή

θα γίνεις χάδι και πληγή σαν ξημερώσει σ’ άλλη γη.

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,

τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή.

Φεγγάρια μου παλιά καινούρια μου πουλιά

διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ’ το βουνό

για να με δείτε να περνώ

σαν αστραπή στο ουρανό.

Την ίδια χρονιά και καθώς βρισκόμαστε στην κορύφωση της μετανάστευσης, ο  Μίκης Θεοδωράκης γράφει ένα χαρούμενο τραγούδι γεμάτο Ελλάδα, νιάτα και  έρωτα που καταλήγει στο τέλος με μια βαλίτζα στο χέρι στον δρόμο για την ξενιτιά.

Πέντε πέντε δέκα

δέκα δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά

Για τα δυο σου μάτια για τις δυο φωτιές

που όταν με κοιτάζουν νοιώθω μαχαιριές

Βάρκα στο γιαλό βάρκα στο γιαλό

γλάστρα με ζουμπούλι και βασιλικό.

Πέντε πέντε δέκα

δέκα δέκα θα σου δίνω τα φιλιά.

Κι όταν σε μεθύσω κι όταν θα σε πιώ

θα σε νανουρίσω με γλυκό σκοπό.

Βάρκα στο γιαλό βάρκα στο γιαλό

γλάστρα με ζουμπούλι και βασιλικό

Πέντε πέντε δέκα

δέκα δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά

φεύγω για ξένα για την ξενιτιά

και μην κλαις για μένα αγάπη μου γλυκιά

Πέρασαν τα χρόνια, γράφτηκαν τραγούδια για την φτωχολογιά, για την άπονη ζωή, για την Δραπετσώνα, την Καισαριανή και με τον Καζαντζίδη να απευθύνεται στους ξενιτεμένους και να τους κάνει παρέα μαζί με το παράπονο, την νοσταλγία και τον αναστεναγμό βουτηγμένα σε ένα γεμάτο ποτήρι με κρασί.

Και τότε το 1970 εμφανίστηκε το τραγούδι που μπήκε στα χείλη και στην καρδιά τους, τραγουδήθηκε όσο κανένα άλλο στις ταβέρνες, στα σκοτεινά δωμάτια αλλά και στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου. Ένα τραγούδι που γλύκαινε τις καρδιές με τον αναστεναγμό που έβγαινε αβίαστα μαζί με τα αχ….. του Καζαντζίδη.  Ένα τραγούδι που πότιζε με φαρμάκι αλλά και απαιτούσε πιεστικά τον γυρισμό στην πατρίδα.

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι πικρό

το νερό της θολό και το στρώμα σκληρό

τα λεφτά που αποκτάς τα βλαστημάς

υποφέρεις πονάς την πατρίδα ζητάς.

Κλέφτρα ξενιτιά τα παλληκάρια κλέβεις

μάγισσα κακιά με τα λεφτά μαγεύεις

πάντα μ’ απονιά χωρίζεις μάνες και παιδιά

Κάνε Παναγιά η ξενιτιά να πάψει

κι άλλη μάνα πια για χωρισμό μην κλάψει

κι όλα τα παιδιά στο σπίτι τους να ΄ρθουν ξανά.

Το ψωμί της ξενιτιάς είναι ξερό

και με δάκρυ πικρό το ‘χω βρέξει κι εγώ

πιο καλά στο φτωχικό ψωμί κι ελιά

πάρα χίλια καλά στην πικρή ξενιτιά…