ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Ο Σεφέρης η «Άρνηση»… και το «Απομεσήμερο ενός φαύλου» | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Ο Σεφέρης η «Άρνηση»… και το «Απομεσήμερο ενός φαύλου»

ΤΟΥ Θανάση Κούστα

Ήταν το 1962 που πρωτοακούστηκε, με την φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση το τραγούδι με στίχους από το ποίημα του Γιώργη Σεφέρη «Άρνηση». Το τραγούδι αυτό έφθασε πολύ γρήγορα στα στόματα και ακούμπησε τις καρδιές των Ελλήνων, που ποτέ όμως δεν έμαθαν τον τίτλο του, καθώς έγινε γνωστό με το τίτλο «Στο περιγιάλι το κρυφό».

Και οι τρείς στροφές του ποιήματος κατέληγαν στην άρνηση και παρά την μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το τραγούδι, ποτέ δεν το είχαμε συνδέσει με την άρνηση…

Στην πρώτη στροφή καταλήγει ότι δεν μπορούμε να ξεδιψάσουμε γιατί το νερό ήταν γλυφό, στην δεύτερη στροφή ο μπάτης έσβησε το όνομά της που είχαμε γράψει πάνω στην άμμο. Και στην Τρίτη στροφή μια άνω τελεία έφερε τα πάνω κάτω.

 

Η άρνηση είναι με σαφήνεια διατυπωμένη…

«Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας (άνω τελεία )…..Λάθος! κι αλλάξαμε ζωή»

Έχει γράψει ο Γιώργος Σεφέρης. Στην τρίτη στροφή του ποιήματος, πριν την λέξη «λάθος» υπάρχει μία άνω τελεία και σε εκείνο το σημείο, κατά την ανάγνωση του ποιήματος, επιβάλλεται να κάνουμε μία μικρή παύση. Η παράλειψη της άνω τελείας με αποτέλεσμα να ακούγονται όλες οι λέξεις μαζί αλλάζει εντελώς το νόημα στο ποίημα κάτι που συνέβη κατά την μελοποίηση του συγκεκριμένου ποιήματος. Ο Γιώργος Σεφέρης είχε τονίσει στον Θεοδωράκη να προσέξει την άνω τελεία και να μην γίνει λάθος γιατί το νόημα αλλάζει, όμως στην ηχογράφηση με τον Μπιθικώτση το… λάθος έγινε.

Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης παρέλειψε στην ηχογράφηση την άνω τελεία, ο Θεοδωράκης ίσως δεν επέμεινε ιδιαίτερα κι έτσι ο τρίτος στίχος έγινε «πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή» με την επική φωνή του Μπιθικώτση να μοιάζει λες και μας ζητάει, να πάρουμε τελικά τη ζωή μας λάθος, γιατί αυτή είναι και η ομορφιά, να κάνουμε λάθη και να μην μας νοιάζει τίποτε.

Ο ίδιος ο Θεοδωράκης γράφει αναφερόμενος στον δίσκο του «Επιφάνια» και στις περιπέτειες με την άνω τελεία:

«Ήθελα τα "Επιφάνια" -ακριβώς γιατί ο στίχος ήταν τόσο διανοουμενίστικος- να τα περάσω σε όσο το δυνατόν πιο πλατύ κοινό με λαϊκό μουσικό ένδυμα. Άλλωστε αυτή ήταν η πρώτη φορά που ελεύθερος στίχος φιλοδοξούσε να γίνει απλό λαϊκό τραγούδι. Να συντροφεύει δηλαδή τον κοσμάκη παντού. Στο γιαπί, στην ταβέρνα, στην εκδρομή, στην παρέα. Όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση "πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος". Στα αυτιά μου είχα την προτροπή – παράκληση του ποιητή: "Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα". Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη "λάθος" κολλητά στο "πήραμε τη ζωή μας", δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα. Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…».

Κι αν οι στίχοι έχασαν μια άνω τελεία, το τραγούδι γνώρισε την απόλυτη επιτυχία. Τραγουδήθηκε από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις, μέχρι τις μικρότερες ταβέρνες της χώρας και ακούγεται μέχρι και σήμερα 57 χρόνια.

Την επόμενη χρονιά (1963),  ο Σεφέρης τιμήθηκε με τον Νόμπελ Λογοτεχνίας, σε τελετή απονομής που έγινε στην Στοκχόλμη και παρέλαβε το επίζηλο βραβείο από τον Βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύο.

Θυμάμαι, πως όταν ήμουν φοιτητής, στα ταβερνάκια της Καισαριανής και του Βύρωνα, με συνοδεία μπουζουκάκι και φθάναμε σε αυτό το τραγούδι που πάντα ήταν στο ρεπερτόριό μας, σταματάγαμε και αρχίζαμε τις ατέρμονες συζητήσεις σχετικά με την άνω τελεία που δεν σεβάστηκε ο  Μπιθικώτσης…..

Με αυτό το τραγούδι, βάλαμε τον Σεφέρη στην καρδιά μας και έτσι το 1971 στην κηδεία του, πού έγινε στην καρδιά της Δικτατορίας, στο σύνολό τους οι δύο τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου μας, παραβρεθήκαμε και τον συνοδεύσαμε στην τελευταία του κατοικία, τραγουδώντας συνεχώς την «Άρνηση». Η κηδεία εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις κατά την χούντας, με συγκεκριμένα συνθήματα…. Την ημέρα εκείνη, κοντά στο Α’. νεκροταφείο, άκουσα την απαγγελία ενός ποιήματος που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και την επόμενη που το άκουσα πάλι σε απαγγελία, κάποια βραδιά – μετά από δύο τρία χρόνια – στην μπουάτ «Χρυσή φυλακή», στην οδό Θόλου, από τον Γιώργο Ζωγράφο.

Το ποίημα αυτό έχει τίτλο «Το απομεσήμερο ενός φαύλου» και έχει ιδιαίτερη αξία, η ιστορία του…

Πριν ακριβώς 75 χρόνια,  τον Αύγουστο του 1944, λήφθηκε η οριστική απόφαση για την επιστροφή της εξόριστης Ελληνικής κυβέρνησης του Καϊρου, στην Ελλάδα.

Ενδιάμεσος σταθμός στην Ιταλία, οπού εγκαταστάθηκαν σε μία κωμόπολη της περιοχής του Salerno στην νότια Ιταλία, με το όνομα Cava dei Tirreni (Σπήλαιο των Τυρηννών). Πολιτικοί, Στρατιωτικοί και διπλωμάτες εγκατασταθήκαν σε δύο ξενοδοχεία της πολίχνης και ο Γ.Παπανδρέου σε μια βίλα που είχε μείνει προηγούμενα ο Μουσολίνι. Μαζί τους και ο διπλωματικός υπάλληλος Γιώργος Σεφεριάδης (ο μετέπειτα νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης).

Κατά την διάρκεια της παραμονής τους εκεί, μέχρι να έλθουν οριστικά στην Ελλάδα (με την έγκριση των Άγγλων), ο ποιητής έγραψε τον Οκτώβριο του 1944, ίσως το μοναδικό σατυρικό, σαρκαστικό, ειρωνικό (αλλά και διαχρονικά επίκαιρο), ποίημα της καριέρας του.

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΛΟΥ

Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!

Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί.

 

Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια

μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.

 

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,

μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!

 

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου

μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:

 

το ματσαράγκα, το φαταούλα με μπογαλάκια και με μπαούλα

τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά λες και την άδειασαν όλη μεμιά

 

σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους

ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή που στο βραχνά του παραμιλεί.

 

Δες το σελέμη, δες και το φάντη πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη

που ρητορεύεται λειτουργικά μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

 

Μαυραγορίτες από τα Νάφια της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,

γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί

 

στα χώματά σου τα λαβωμένα γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα

και δεν μπορούνε χωρίς εσέ οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.

Σημείωση : Τα Νάφια είναι ιδιωματική απόδοση των NAAFI, πού ήταν καταστήματα των Άγγλων ένστολων και πηγή εφοδιασμού για τους Έλληνες μαυραγορίτες.

(από την Εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση)