ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Με τον Γιάννη Σπανό περάσαμε τα καλύτερά μας χρόνια…      | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Με τον Γιάννη Σπανό περάσαμε τα καλύτερά μας χρόνια…     

-Ήταν χειμώνας του 1973 και στον πάνω όροφο της μπουάτ «Αρχόντισσα» στην  Αδριανού της Πλάκας που εμείς δεκαεννιάχρονοι φοιτητές, με κλειστά μάτια συνοδεύαμε την Γαλάνη με το βερμούτ στα χείλη και τον καπνό στα μάτια…

Βροχή και σήμερα βροχή στη στέγη μας βροχή στην πόρτα μας, ατέλειωτη βροχή.                                                                                      

Και εσύ στα σύνορα, σ’ ένα χαράκωμα και γύρω ο θάνατος, ατέλειωτη βροχή.                                                                                          Εγώ στα σύνορα, σε κάποιο γράμμα μου, βαθειά στη χλαίνη σου,                               

γλυκά να σε πονώ.                                                                                                                            

Και εσύ στο σπίτι μας, παντού τα χνάρια σου παντού τα μάτια σου,                             

πληγές στο δειλινό.                                                                                                                           

Βροχή και σήμερα κι ούτε ένα γράμμα σου κι ούτε ένα μήνυμα                                        

 στον μαύρο ουρανό.                                                                                                                        

Φυλάξου αγέρα μου, φυλάξου αγρύπνια μου φυλάξου αγόρι μου από τον κεραυνό.

Είχαμε φίλους με βίαιη διακοπή της αναβολής τους, που βρέθηκαν ξαφνικά από τα έδρανα της σχολής, στα φυλάκια στα σύνορα, για τιμωρία και παραδειγματισμό… κι  εμείς πίσω, ούτε ένα νέο τους με αγωνία και αδημονία για κάτι που άλλαζε μα δεν ξέραμε τι… αλλά τα λόγια του Λευτέρη Παπαδόπουλου με την μελωδία του Γιάννη Σπανού ήταν η συντροφιά μας τα βράδια στις μπουάτ τις Πλάκας και στα ταβερνάκια της Καισαριανής και του Βύρωνα…

 

-Ήταν 1974, όταν πρωτακούσαμε την Οδό Αριστοτέλους, από το ομώνυμο δίσκο του Γιάννη Σπανού, με στίχους και πάλι του αγαπημένου Λευτέρη Παπαδόπουλου.

Αντιγράφω από κείμενο του συντάκτη Νίκου Αναγνωστάκη:  Υπάρχουν ορισμένα πραγματικά μεγάλα τραγούδια που έχουν γραφτεί αρκετές δεκαετίες πριν, που δεν κατάφερε η σκόνη του χρόνου να τα σκεπάσει.
Ένα από αυτά είναι η οδός Αριστοτέλους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Γιάννη Σπανού που ερμηνεύει θεσπέσια η Χαρούλα Αλεξίου.
Το τραγούδι έρχεται από το μακρινό 1974 και είναι μια «βεγγέρα», όπως έλεγαν οι παλιότεροι, στους δρόμους μιας ιδιαίτερα γοητευτικής και ελκυστικής γειτονιάς που έχει τη δική της μυθολογία και ιστορία. Είναι αποτύπωμα μιας εποχής λίγο μετά τον μεγάλο πόλεμο που άφησε πολλές ανοιχτές πληγές και σημάδια.
Μέσα από τον στίχο «Έβγαζα από τις τσέπες μου φλούδες μανταρίνι σου έριχνα στα μάτια να πονάς» αναδύει ένα αθώο εφηβικό ερωτισμό που μόνο ο Λευτέρης θα μπορούσε να τον αποτυπώσει με αυτόν τον τρόπο. Άλλωστε δεν μπορείς να γράψεις δυνατό ερωτικό στίχο αν δεν αποζητάς τον απόλυτο έρωτα κι αν δεν έχει φτιαχτεί η ψυχή σου και το σώμα σου με αληθινά ερωτικά υλικά. Ο Λευτέρης μπορεί να το κάνει γιατί κυλάει μέσα του ζεστό ερωτικό αίμα.
Η μουσική του Σπανού συνοδεύει τον στίχο όχι απρόσωπα και άχρωμα αλλά με μια πρωτότυπη μελωδία βασισμένη στους μελωδικούς λαϊκούς δρόμους χωρίς αρμονική φλυαρία και ενορχηστρωτικούς ακροβατισμούς.

-Ήταν το 1977 όταν βρεθήκαμε «κάτω από τη μαρκίζα»…  μαζί με την Βίκυ Μοσχολιού… και ο Γιάννης Σπανός,  μας έκανε ακόμη μια φορά να αγαπήσουμε τον Μάνο Ελευθερίου.

Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής.
Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι, σε λάθος στάση θα κατεβείς.
Χρόνια μετά και κάτω απ’ τη μαρκίζα σε βρήκα που `ρθες για να μη βραχείς,
ίδια η βροχή τα μάτια σου τα γκρίζα μα τίποτα, όπως πάντα, δε θα πεις.
Μονάχα εγώ ρωτώ χωρίς ελπίδα πού μένεις, πού κοιμάσαι και πώς ζεις,
κι εσύ που ξέρεις όσα η καταιγίδα δεν έχεις κάτι για να μου πεις.   

Γράφει το 2017 ο συντάκτης Χρήστος Ασημακόπουλος:  Σίγουρα το έχετε σιγοτραγουδήσει, σας έχει έρθει στα χείλη ασυναίσθητα κάποια δειλινά βροχερά «όταν θυμόμαστε αυτούς που λείπουν»  και κάποιοι (ή ίσως όλοι;) έχετε ταυτιστεί για μια μικρή στιγμή με τον στίχο «εσύ όπου κι αν πας, σ’ όποιο ταξίδι, σε λάθος στάση θα κατεβείς». Το αριστούργημα του Μάνου Ελευθερίου και του Γιάννη Σπανού γίνεται σαράντα ετών και ανασαίνει τα εφηβικά του μυστικά στα αυτιά όσων είναι πρόθυμοι να ακούσουν. Τα μυστικά που δεν ειπώθηκαν ποτέ από τον ήρωα του τραγουδιού «που ήξερε όσα η καταιγίδα» αλλά παρέμεινε πεισματικά σιωπηλός.
Η αφήγηση είναι αριστουργηματική, η αμηχανία των χωρισμών φυλακισμένη σε μία θολή στιγμιαία φωτογραφία. Ο τελεσίδικος ήχος της βροχής που ρέει επάνω στην μαρκίζα χωρίς να ψελλίζει, μια λέξη έστω, παρηγορητική.
Η Μαρκίζα όμως ανακόπτει την ορμή των αναμνήσεων, την τιθασεύει και προφυλάσσει την γυναίκα από τη συνθλιπτική τους δύναμη.
Εκείνος που κουβαλά μέσα του την σοφία των κεραυνών δεν μπορεί να αγαπήσει.
Εκτίει την βαριά ποινή του σε ένα κόσμο χωρίς ορίζοντα, με μόνη θέα το τοπίο της βροχής.
Η Βίκυ Μοσχολιού ζωντανεύει τις εικόνες του Ελευθερίου με μία ερμηνεία που για χάρη της θα άξιζε να γραφτεί ένα βιβλίο. Ευαίσθητη, υπέροχα λυρική, νομίζεις ότι την αντικρίζεις να τρέχει βιαστικά για να προφυλαχτεί από την νεροποντή και να αφεθεί εκτεθειμένη στα λαγωνικά του παρελθόντος .

-Ήταν το 1992,  στο ΔΙΟΓΕΝΗΣ Studio της Λεωφ.Συγγρού, που ο Γιάννης Σπανός,  μας σήκωσε να χορέψουμε, μαζί με την Κατερίνα Κούκα, με τα ξεσηκωτικά λόγια της Τασούλας Θωμαϊδου… ήταν πλέον η εποχή που δεν  σιγοψιθυρίζαμε όμορφα λόγια της καρδιάς με θύμησες και έρωτες, με μια γουλιά βερμούτ και δυο τσιγάρα ΚΑΡΕΛΙΑ, αλλά με μια μπουκάλα Ballantines για τέσσερα άτομα, θέλαμε να χορέψουμε τσιφτετέλι πάνω στην καρέκλα ακόμη και πάνω στο τραπέζι… 

Να μην με φώτιζαν τέτοια μάτια, να μην με λιώνανε τόσοι στεναγμοί,                                             

να μην με χώριζαν δυο κομμάτια, νύχτες που βγάζουν σ' άλλα μονοπάτια,                             

και έχουν το κορμί σου αφορμή...

Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ, αυτή η αγάπη στ' άστρα μ' ανεβάζει,                   

κι άσε να καώ όπως θέλω και να χρεωθώ, αυτό το λάθος μόνο μου ταιριάζει

Αγάπη που 'γινες σώμα κι αίμα, χωρίς εσένα όλα είναι ξενιτιές,                                           

αν η αλήθεια σου γίνει ψέμα, στάχτη να γίνω μέσα σ' ένα βλέμμα                                       

που τις νύχτες βάζει πυρκαγιές...

Ο Γιάννης Σπανός μας συντρόφευε από τα εφηβικά μας χρόνια με τις μελωδίες του, μαζί του ερωτευτήκαμε, κλείναμε τα μάτια  καπνίζαμε και ονειραυτήκαμε, αγκαλιασθήκαμε και φιληθήκαμε και θα είναι πάντα μαζί μας όταν τον έχουμε ανάγκη και τον ζητάμε.