ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Η σταφίδα της καρδιάς μου… | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Η σταφίδα της καρδιάς μου…

Του Θανάση Κούστα

(από την εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση)

Λοιπόν, ο βροχερός Οκτώβρης, πάντα θα μου θυμίζει τις γεμάτες αποθήκες με την αποθηκευμένη κορινθιακή  σταφίδα, την μυρουδιά το αποξηραμένου σταφυλιού και τα πεντάτονα φορτηγάκια να πηγαινοέρχονται εργοστάσιο -  απεντωμοτήριο, για να προλάβουν την φόρτωση των containers  για Πειραιά. Ειδικά ο Οκτώβρης του 1979, ήταν όλο εκπλήξεις, για πρώτη φορά θα γνώριζα τον μαύρο καρπό με την πλούσια ιστορία  και θα δενόμουν τόσο πολύ μαζί του τα κατοπινά χρόνια…

Το καλοκαίρι του 1979, απολύθηκα από τον Στρατό μετά από 27 μήνες θητεία. Και μετά από ένα μήνα ξεκούρασης και προσαρμογής έπιασα δουλειά.  Το βιογραφικό μου ισχνό αφού το μόνο που ανέφερε ήταν πτυχίο της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής του Πειραιά, τέσσερα χρόνια σε εργαστήριο ειδών λαϊκής τέχνης (ζωγράφος κεραμίστας) και τιμής ένεκεν υποδεκανέας στο 523 Τάγμα Εθνοφυλακής της Μυτιλήνης. Η πρώτη μου δουλειά σε εργοστάσιο σταφίδας ως προϊστάμενος παραγωγής με αποστολή τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής διαδικασίας με σύμβουλο Άγγλο εμπειρογνώμονα. Κι έτσι γνώρισα την κορινθιακή (μαύρη) σταφίδα που ζήτημα είναι αν στην ζωή μου την είχα γευτεί δυο-τρείς φορές. Φυσικά δεν φανταζόμουν πως μέσα στις αποθήκες θα αντίκριζα σωρούς σαν βουνά με τον αποξηραμένο καρπό. Το κατ’ εξοχήν εξαγώγιμο προϊόν της περιοχής, που στήριξε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας σε χαλεπούς καιρούς, που στήριζε το 50% του κρατικού προϋπολογισμού στις αρχές του προηγούμενου αιώνα αλλά και που στήριζε την οικονομία της πόλης μας ακόμη και στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ήταν μπροστά μου. Μαύρες ρόγες, γυαλιστερές, χωρίς κουκούτσι, χοροπηδούσαν στα μηχανήματα, στα πλυντήρια, στις αερομηχανές, τις διαιρετικές με τις μεγάλες κοσκίνες, πριν μπουν στο χαρτοκιβώτιο για να ταξιδέψουν με προορισμό τα χοντρομπακάλικα του Λονδίνου και του Λίβερπουλ.

Μέχρι το 1970 η σταφίδα ξεκίναγε το μακρινό της ταξίδι από το λιμάνι της Πάτρας. Τότε προσέγγιζαν τις αποβάθρες τα General Cargo για να παραλάβουν τον «μαύρο χρυσό», έμφορτα με πρώτες ύλες για την βιομηχανία της πόλης η εμπορεύματα από την γηραιά Αλβιώνα. Γέμιζε το λιμάνι με πόστες από τα γεμάτα ξυλοκιβώτια (κασελάκια) με τυπωμένες τις μάρκες, αναλόγως την προέλευση ποιότητα και τον πελάτη.

Η ποικιλία Vostizza του Αιγίου είχε καθιερωθεί από παλιά και εξακολουθούσε να δίνει την καλύτερη ποιότητα. Υπήρχαν ακόμη η Gulf της Κορίνθου και οι Amalias του Πύργου με την Patras των Πατρών που ανήκαν στα επαρχιακά (Provincial). Και ονομασίες περίεργες που διαφοροποιούσε, υποτίθεται, τις ποιότητες. Black Diamond, Black Princess, Black Knight, Orchard Blossom, Olympic και πολλές άλλες. Ήταν η εποχή που η εξαγωγή της σταφίδας αποτελούσε το 45-50% των συνολικών εξαγωγών από το τελωνείο της Πάτρας. Ήταν η εποχή που πολλές επιχειρήσεις και πολλοί επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενοι είχαν συνδέσει το βιοτικό τους επίπεδο με την καλλιέργεια, την μεταποίηση και την εξαγωγή. Αγρότες-παραγωγοί  έφτιαχναν προίκες και σπούδαζαν παιδιά, μεσίτες αγόραζαν κι από ένα ακίνητο σε κάθε σοδειά, εργάτες είχαν σίγουρο μεροκάματο, τα σωματεία των σταφιδεργατών και των εργατών ξηράς και θαλάσσης ήταν πολυμελή και οι νοικοκυραίοι έχτιζαν σπίτια στα προσφυγικά  και στον Άη Διονύση. Τα εργοστάσια δούλευαν διπλοβάρδιες και οι εργάτες των σωματείων πάλευαν να βγούν στο ψηφίο γιατί με τον τόνο που δούλευαν στην παραλαβή, στο φόρτωμα η στο παρακράτημα έβγαζαν διπλό μεροκάματο. Τα μηχανουργεία, τα ξυλοσχιστήρια, οι καραγωγείς, οι ασφαλιστές, οι dockmans, οι φομπίστες, τα πρακτορεία έκαναν χρυσές δουλειές.

Τα μηχανήματα των σταφιδεργοστασίων, ήταν πατέντες Πατρινών κατασκευαστών, όπως οι αερομηχανές που απορροφούσαν τα υποπροϊόντα, οι διαιρετικές που χώριζαν τα μεγέθη ανάλογα τις παραγγελίες και τα απορρίμματα, τα πλυντήρια που έπαιρναν τις πέτρες και οι κοπτικές των μίσχων. Οι μηχανές αυτές που είχαν κατασκευασθεί και εξελιχθεί στην Πάτρα, εκείνα τα χρόνια κατασκευάζονταν από τον Κώστα τον Κατσιγιάννη που τα παρέλαβε σε αρχέγονη κατάσταση σιδερένια και σχεδόν χειροκίνητα και τα έφθασε σταδιακά σε ανοξείδωτες κατασκευές, υπεραυτόματες και σύμφωνες με τις Ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Οι κοπτικές του μίσχου της σταφίδας,  από τους Εγγλέζους, ονομάζονταν cleaning machine και οι εργάτες για ευκολία τις έλεγαν κλιναριστικές.

Στις αρχές τις δεκαετίας του 1970 όμως άλλαξαν τα πράγματα. Η φόρτωση δεν γινόταν πλέον στα πλοία γενικού φορτίου αλλά σε πλοία μεταφοράς containers για τα οποία δεν είχε προβλεφθεί υποδομή στο λιμάνι της Πάτρας. Κι έτσι η φόρτωση μεταφέρθηκε στο λιμάνι του Πειραιά. Την ίδια περίοδο άλλαξε και η συσκευασία της σταφίδας από ξυλοκιβώτια σε χαρτοκιβώτια. Τα σωματεία των εργατών ξηράς και θαλάσσης άρχιζαν να κλονίζονται, χάνοντας μεροκάματα,  τα ξυλοσχιστήρια έχασαν τον 80% της δουλειάς τους με την εισαγωγή των χαρτοκιβωτίων. Η Πάτρα έχανε δουλειές και μεροκάματα και ήταν η αρχή ακόμη της γενικότερης αποβιομηχάνισης.

Και  στις αρχές της δεκαετίας  του 1980, τα εργοστάσια της σταφίδας λιγοστά, επιβιώνουν μόνο όσα εκσυγχρονίζονται και επενδύουν, αλλάζουν τον εργασιακό χάρτη, τα σωματεία αργοπεθαίνουν και τα αρχεία τους μπαίνουν σε μουσεία. Αυτοματοποιείται η επεξεργασία και η συσκευασία. Το προϊον πρέπει να συσκευασθεί για να τοποθετηθεί απ’ ευθείας  στο ράφι των Αγγλικών αλυσίδων λιανεμπορίου και να εφαρμοσθούν αυστηρά μέτρα διασφάλισης ποιότητας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα δεκάδες σταφιδεργοστάσια της παραλιακής Όθωνος-Αμαλίας να εξαφανισθούν και μαζί τους πολλοί εργαζόμενοι, συντηρητές, προμηθευτές και συνεργάτες.

Το τέλος εποχής, σφραγίζεται με την διάλυση των σωματείων των εργατών και έτσι κλείνει και το σωματείο των σταφιδοσυσκευαστών «Η Σύμπραξις» που το γραφείο του ήταν στην πλατεία Όλγας, Ο τελευταίος πρόεδρος, ο Μήτσος ο Κώττας, με κάλεσε και μου παρέδωσε το αρχείο του σωματείου, την σημαία των παρελάσεων, την σφραγίδα και τα πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων που σήμερα βρίσκονται στο μουσείο σταφίδας του Κουνινιώτη στο Αίγιο.