ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Η γειτονιά του Άγιαντρέα… στα μέσα της δεκαετίας του 1960 | dete

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ: Η γειτονιά του Άγιαντρέα… στα μέσα της δεκαετίας του 1960

ΤΟΥ Θανάση Κούστα

Μια γειτονιά με πολλές εικόνες και εκπλήξεις. Πολλές φορές παίζαμε στο πάρκο του Αγίου Ανδρέα που είχε δρομάκια με κουρεμένους θάμνους σε μαιάνδρους και παγκάκια αλλά και δίπλα στον παλιό ναό με ευκάλυπτα που παίζαμε βόλεϋ με τον κίνδυνο της αστυνομίας με την κλούβα.

Η κλούβα, ένα ανοικτό φορτηγό chevrolet με πάνινη τέντα και δύο πάγκους για τους συλληφθέντες, εμφανιζόταν και για άλλο λόγο την Κυριακή, μετά την εκκλησία.  Πίσω από τον ναό, είχαν συνήθειο να παίζουν στριφτό πιτσιρικάδες αλλά και μάγκες, μεγαλύτεροι στην ηλικία.   Βάζανε σημάδι μία γραμμή κι έριχναν τα κέρματα. Όποιος πλησίαζε περισσότερο, τα έστριβε πρώτος  στον αέρα και όταν πέφτανε οι κορώνες δηλαδή όσα είχαν το στέμμα από πάνω ήταν δικά του… μετά ακολουθούσαν οι επόμενοι, μέχρι που εμφανιζόταν η κλούβα κι εξαφανίζονταν κατά Παπαφλέσσα μεριά…

Την Κυριακή μετά την εκκλησία, εμφανίζονταν τρεις-τέσσερις κουλουράδες με ξύλινους ταβλάδες που πούλαγαν  χοντρά κουλούρια με σουσάμι σκέτα η και με κεφαλοτύρι αλλά είχαν  και ζαχαρένια. Οι κουλουράδες, περίμεναν κάθε πρωί ουρά έξω από τον φούρνο του Θηβαίου, για να γεμίσουν με τραγανά κουλούρια τις  ξύλινες κασέλες που είχαν γύρω τζαμάκια κι ήταν περασμένες στον λαιμό με τιράντες. Και τις καθημερινές,  κάθε πρωί έφευγαν  τρέχοντας  για τις γειτονιές, τα καφενεία  και τα μηχανουργεία της παραλιακής.

Κι εμείς με το κουλούρι στο χέρι, τρέχαμε να προλάβουμε για να δούμε την τράτα που έβγαινε κάθε Κυριακή ακριβώς από κάτω και μάζευε με πραγάνι, κεφαλόπουλα, σαρδέλλα και ζαργάνες.

Δεν ήταν όμως μόνο οι κουλουράδες που πολιορκούσαν το πενιχρό μας χαρτζιλίκι. Ήταν κι ο Μάλλιος που είχε την βιοτεχνία με τα παγωτά καλαμάκι μάρκας ΑΒΠΑ, δίπλα από τον φούρνο του Θηβαίου. Το καλοκαίρι με το τρίκυκλο ποδήλατο προωθούσε το παγωτό του στις γειτονιές και τον χειμώνα, έξω από τα σχολεία πούλαγε τυρόπιτες ζεστές σε λαμαρίνα σκεπασμένη με κουβούκλιο που από κάτω καίγανε κάρβουνα.

Ανταγωνιστή είχε τον Μπάρμπα Γιώργη από το κάστρο που με το τετράτροχο καρότσι του πούλαγε παγωτό κασάτα σε χωνάκι η σε βαρκούλα που ήταν φτιαγμένη από μπισκότο, με μπόλικο πασπάλισμα από βύσσινο.

Για να προωθήσει τα παγωτά εφάρμοζε καινοτόμο Marketing, καθώς είχε φτιάξει αυτοσχέδιο ποίημα που έλεγε στα παιδάκια.

«Έλα μικρό παιδάκι να πάρεις παγωτάκι  Απ’ τον μπάρμπα τον Γιωργάκη, Έλα να ξεπουλήσω την γριούλα να προικίσω».

Με καρότσι ήταν και ένας κουτσός με άσπρη ποδιά που σε ένα υπόγειο Σαχτούρη και Μαιζώνος έφτιαχνε μπουγάτσα. Και αυτός είχε ένα κάρο με κουβούκλιο και λαμαρίνα που από κάτω καίγανε κάρβουνα. Κι έτσι η μπουγάτσα παρέμενε ζεστή και τραγανή.

Ήταν κι ο Δημητρός με την άσπρη μπλούζα και ένα τρίκυκλο ποδήλατο με βιτρίνα,  πρόσφερε σάμαλι και μπακλαβά με σπάτουλα σε λαδόκολλα και φώναζε στις γειτονιές  … «Σάμαλι όλο μέλι παιδιά».

Στην γειτονιά αυτή, μετά την Τριών Ναυάρχων και την Παπαφλέσσα, γύρναγε κι ένας μικροπωλητής-γυρολόγος, με ένα καλαθάκι στο χέρι που είχε πλήθος ψιλικών όπως νυχοκόπτες, αναπτήρες, ξυραφάκια, ψαλίδια, βελόνες, μανταλάκια και άλλα μικροαντικείμενα. Τέτοιοι γυρολόγοι με ψιλικά γύρναγαν πολλοί στις γειτονιές της Πάτρας, ως παραρτήματα των εμπόρων του κέντρου και ιδιαίτερα της Ερμού. Καθώς δε γνώριζαν προσωπικά τις νοικοκυρές είχανε το πλεονέκτημα να δίνουν και πιστώσεις.

Αυτή η περιοχή είχε πολλές εικόνες, μύριζε αρμύρα, φύκι και βρεμένο χώμα αλλά είχε και πολλά χρώματα όπως το μπλε-θαλασσί που βασίλευε στις βάρκες, τα καϊκια και τον ορίζοντα του Ιονίου και της Αδριατικής αλλά και το κόκκινο από το χώμα της αλάνας.

Κάτω από το πάρκο και δίπλα από το καφενείο του Βουρνά ήταν το κοκκινόχωμα, που είχε την παράγκα του ο Ντίνος ο καραβομαραγκός. Είχε ένα μικρό ναυπηγείο που κατασκεύαζε και επισκεύαζε ξύλινες βάρκες, καΐκια και γαϊτες. Κάθε μέρα ο Ντίνος πάλευε με τα ξύλα, τις μοράβιες και τα χρώματα..Τα εργαλεία του ήταν μια ξύλινη μεγάλη πλάνη κι ένα μεγάλο πριόνι τύπου «Ιωσήφ». Είχε επίσης μια ξύλινη μέγγενη, ξυλοφάϊ και ράσπα όπως και σκαρπέλα και βέβαια ένα ειδικό πλατύ σκαρπέλο για το καλαφάτισμα.  Έφτιαχνε ένα κορδόνι με λινάρι και το έχωνε στους αρμούς για υγρομόνωση και κοπάναγε με τις ώρες το σκαρπέλο με ένα ξύλινο σφυρί,  την ματσόλα.

Στου Ντίνου μαζεύονταν και έπαιζαν μπάλα βάζοντας για το ένα γκολπόστ την παράγκα, εργάτες από το λιμάνι και τα ψαροκάϊκα.  Ήταν κι ένας εργάτης καθηλωμένος σε καροτσάκι με κομμένα πόδια από κρυοπαγήματα στα Αλβανικά βουνά. Αυτός ήταν πολύ μπρατσωμένος και έκανε πολλές από τις δουλειές του λιμανιού αλλά κατά βάση έκανε βοηθητικές δουλειές στο ψαράδικό των Μάρκοβις και Γκολέ στην Γούναρη. Στην αλάνα κατέβαινε από το καρότσι, έτρεχε κι έπαιζε με τα χέρια και με την δύναμη που είχε έπαιρνε και κεφαλιές.

Πίσω από την παράγκα του Ντίνου, ήταν ένα πράσινο σκούρο παλιό καΐκι που στο αμπάρι του κοιμόταν ο Συμεών. Μου είχε γίνει πλέον γνώριμη φιγούρα και από τις βόλτες στην Ψιλή αλλά και από τις βόλτες στα μαγαζιά της Πάτρας και τους λόγους που έβγαζε αλλά δεν τον πλησιάζαμε όταν τον βλέπαμε στον δρόμο είτε σέρνοντας τα σύρματα είτε όχι…

(Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Έμεινε καιρός στην εταζέρα».