«Ενιαία Μεταναστευτική Πολιτική για όλη την Ευρώπη» | dete

«Ενιαία Μεταναστευτική Πολιτική για όλη την Ευρώπη»

Της Ευσταθίας Γιαννιά*     

Σε μια κοινωνία σαν την ελληνική, που η έννοια του πρόσφυγα είναι βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μας μνήμη, εικόνες καταυλισμών όπως της Μόριας, μας ντροπιάζουν. Οι νησιώτες μας, αντίστοιχα και οι Πατρινοί στο παρελθόν, παρά τις δυσκολίες και τα προβλήματα, περιθάλψαμε τους πρόσφυγες με ανθρωπισμό και ευαισθησία, γεγονός που αναγνωρίστηκε από τη διεθνή κοινότητα. Τα τελευταία όμως βίαια επεισόδια, συνομολογούν ότι η εύθραυστη ισορροπία μεταβάλλεται, ενώ η ασφυκτική πίεση της μαζικής εισροής έχει εξαντλήσει την αντοχή των τοπικών κοινωνιών.

Τι συνέβη όμως στην πραγματικότητα και ένα ζήτημα που απασχολεί τη χώρα μας από την αυγή του 21ου αιώνα, μετατράπηκε το 2015 σε οξεία κρίση με τη μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών προς την Ευρώπη;

Αρχικά είναι σε συνάρτηση με τη διαχρονική στάση της Τουρκίας, η οποία χρησιμοποιεί τις ροές αυτές συντεταγμένα, ως μοχλό πίεσης επί της Ελλάδας, αλλά και διπλωματικής της αναβάθμισης απέναντι στην ΕΕ.

Η θρυαλλίδα των ραγδαίων εξελίξεων ωστόσο, είναι ο χειρισμός της τότε νέας  κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τον Ιανουάριο του 2015. Οι αριθμοί είναι οι αδιάψευστοι μάρτυρες της καταλυτικής επίδρασης, τόσο στη διόγκωση των ροών όσο και στη βούληση τους να επιλέξουν να περάσουν στην Ευρώπη, αποκλειστικά μέσω των ελληνικών νησιών.

Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, το 2015 από το ένα εκατομμύριο περίπου  πρόσφυγες και μετανάστες που διέσχισαν τη Μεσόγειο για να φτάσουν στην ΕΕ, οι 844.176 αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα, οι 152.700 στην Ιταλία και οι 105.000 στη Μάλτα. Οι Σύροι, αποτελούσαν το 49% των πληθυσμών αυτών.

Αντίθετα το 2014, από τους 283.532 χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που έφτασαν παράνομα στην ΕΕ, μόνο οι 45.452 είχαν εισέλθει στην Ελλάδα.

Η ειδοποιός διαφορά με τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, ήταν η πολιτική των «ανοιχτών συνόρων», η αφαίρεση του φράκτη του Έβρου και η αντίθεση στην επαναπροώθηση ή τον επαναπατρισμό των παράνομων μεταναστών που υποστήριζε η τότε νέα κυβέρνηση. Ενδεικτική του πνεύματος που κυριαρχούσε την περίοδο αυτή, είναι η κατάργηση του κλειστού προαναχωρησιακού κέντρου της Αμυγδαλέζας συνοδεία τηλεοπτικής κάμερας και οι δηλώσεις διακεκριμένων στελεχών ότι «Δεν υπάρχουν πλέον μετανάστες. Όλοι όσοι εισέρχονται στη χώρα μας είναι πρόσφυγες και θα προωθούνται ενιαία στην Ευρώπη».

Εικόνες και δηλώσεις, εξέπεμψαν λάθος μήνυμα προς τις χώρες προέλευσης των μεταναστευτικών ροών και ακύρωσαν κάθε προηγούμενη προσπάθεια διαχείρισης του ζητήματος.

Ήταν δε τόσο μεγάλος ο όγκος των ροών από τον Ιανουάριο μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, που κατέρρευσε το σύστημα EURODAC και από τους 455.000 μετανάστες και πρόσφυγες, ταυτοποιήθηκαν μόνον 755 άτομα.

Η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης, τον Αύγουστο του 2015 συνεπικουρήθηκε και από πρόσκληση της γερμανικής κυβέρνησης, που για δικούς της λόγους, υποσχέθηκε την απορρόφηση 800.000 χιλιάδων Σύρων προσφύγων, γεγονός που επιδείνωσε την ήδη έκρυθμη κατάσταση.

Το σίγουρο είναι ότι μπροστά στα τεράστια προσφυγομεταναστευτικά κύματα και το κλείσιμο του Βαλκανικού Διαδρόμου, εγκαταλείπεται σιωπηρά η πολιτική των ανοιχτών συνόρων. Η  ΕΕ, χωρίς ουσιαστικά συμμετοχή της  χώρα μας, συνάπτει τη Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, εγκλωβίζοντας χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες στα νησιά μας του Ανατολικού Αιγαίου, δημιουργώντας άτυπα εσωτερικά σύνορα μέσα στη χώρα.

Για αρκετό διάστημα η συμφωνία λειτούργησε ανακόπτοντας τις αφίξεις, ωστόσο οι τακτικισμοί της Τουρκίας, οδηγούν και πάλι σε νέα κρίση.

Οι χειρισμοί του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και τα πρώτα μέτρα που ήδη υλοποιούνται, παρά τις αντιρρήσεις αυτών που μετέτρεψαν το πρόβλημα σε κρίση, είναι στη σωστή κατεύθυνση. Η έννοια του όρου «πρόσφυγας» είναι κατάκτηση του μεταπολεμικού πολιτισμού μας, δεν είναι απλά τυπική διάκριση έναντι του όρου «μετανάστης» και οφείλουμε να την υπερασπιστούμε.

Η κρίση όμως ανέδειξε καθαρά, πως κανένα εθνικό κράτος του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος δεν έχει τη δυνατότητα μεμονωμένης διαχείρισης σοβαρών κρίσεων και μόνο η αρραγής συνεργασία και ο ολιστικός ευρωπαϊκός σχεδιασμός μπορούν να τις αντιμετωπίζουν. Αντίθετα η Ευρώπη δείχνει αδυναμία να διαχειριστεί σε πραγματικό χρόνο κρίσεις, που θέτουν σε δοκιμασία τη συνοχή της και αμφισβητούν τα σημαντικά ενοποιητικά της επιτεύγματα. Η δημοκρατική συναίνεση των λαών, παρουσιάζει διαλυτικά σημάδια και η εσωτερική αμφισβήτηση οδηγεί σε αύξηση των ποσοστών ακραίων λαϊκίστικων κομμάτων. Μετά από τόσα χρόνια κρίσης και ακόμα δεν υπάρχει ολοκληρωμένη κοινή πολιτική ασύλου που να επιμερίζει δίκαια τα βάρη, καθώς και ενιαία μεταναστευτική πολιτική η οποία θα διαχειρίζεται οργανωμένα και τις ροές της οικονομικής μετανάστευσης. Η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, που επωμίζονται το δυσανάλογο φορτίο, κάνουν ότι μπορούν, αλλά χρειάζονται την έμπρακτη στήριξη και την αλληλεγγύη όλων των κρατών της ΕΕ.

«Οι καιροί ου μενετοί», οι κρίσεις δεν αντιμετωπίζεται με μεμονωμένη διαχείριση από τα εθνικά κράτη, αλλά από την περισσότερη εμβάθυνση των σχέσεων και την ουσιαστική Ευρωπαϊκή ενοποίηση.

*Η Ευσταθία Γιαννιά είναι Αντιστράτηγος ε.α της ΕΛ.ΑΣ