Δύο Ιρανές πρόσφυγες φτιάχνουν κοσμήματα από σκουπίδια! Πώς από το Ιράν κατέληξαν στην Ελλάδα | dete

Δύο Ιρανές πρόσφυγες φτιάχνουν κοσμήματα από σκουπίδια! Πώς από το Ιράν κατέληξαν στην Ελλάδα

Η Νεγκίν και η Ρεϊχανέ, πρόσφυγες, είναι δύο νέες γυναίκες που αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, το Ιράν, και να ξεφύγουν από τις απειλές για τη ζωή τους που αντιμετώπιζαν, όταν αποφάσισαν να αλλάξουν θρησκεία. Σήμερα ζουν στην Ελλάδα και προσπαθούν να ανοίξουν ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή τους, φτιάχνοντας τη δική τους επιχείρηση.

Οι δύο γυναίκες είναι απόφοιτες του προγράμματος επιχειρηματικότητας «Business for YOUth», που υλοποίησε η ΜΚΟ «SolidarityNow» σε συνεργασία με τη ΜΚΟ «International Rescue Committee» και την κοινωνική επιχείρηση «Knowl» και με τη χρηματοδότηση του «Citi Foundation». Αποφάσισαν να συνεργαστούν για να κάνουν πράξη την επιχειρηματική τους ιδέα: να δίνουν νέα ζωή στα πλαστικά απορρίμματα για να δημιουργήσουν τσάντες, κοσμήματα, καλάθια και άλλα αντικείμενα.

«Εζησα φριχτές καταστάσεις, περπατούσαμε δυο ημέρες νυστικοί»
Η Ρεϊχανέ και η Νεγκίν γνωρίστηκαν αφότου ήρθαν στην Ελλάδα, ωστόσο οι ζωές τους έχουν πολλά κοινά. Όπως λένε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ζούσαν μια καλή ζωή στην πατρίδα τους, το Ιράν, μέχρι που αποφάσισαν να αλλάξουν θρησκεία και να ασπαστούν το χριστιανισμό. Στην περίπτωση της 39χρονης Ρεϊχανέ διώκτης έγινε ο σύζυγός της, ο οποίος ήταν υπάλληλος της κυβέρνησης. Μόλις εκείνος έμαθε την αλλαγή θρησκείας της προσπάθησε να τής πάρει τα δύο τους αγόρια, ηλικίας σήμερα 14 και 9 ετών. Η Ρεϊχανέ κατάφερε να το σκάσει από το σπίτι τους παίρνοντας μαζί τα παιδιά. Δεν θέλει να αναφερθεί σε περισσότερες λεπτομέρειες, ωστόσο όπως μάς εξομολογείται, «ήρθα αντιμέτωπη με πάρα πολλές δυσκολίες, αλλά είμαι υπερήφανη που τις ξεπέρασα και μπορώ να πω ότι οι δυσκολίες αυτές με έκαναν πιο δυνατή».

Από το Ιράν η Ρεϊχανέ και τα παιδιά έφτασαν στην Τουρκία, ωστόσο ο σύζυγός της κατάφερε να τους εντοπίσει, οπότε εκείνη αποφάσισε να συνεχίσουν το ταξίδι προς την Ελλάδα και να έρθουν σε μία χώρα πιο ασφαλή. Τον περασμένο Φεβρουάριο η Ρεϊχανέ με τα παιδιά της πέρασαν στα ελληνικά σύνορα από τον Έβρο. «Μας είπαν ότι θα περπατήσουμε επτά ώρες, ωστόσο περπατούσαμε τέσσερις ημέρες. Για δύο ημέρες δεν τρώγαμε τίποτα», θυμάται και προσθέτει: «Δεν ήξερα ότι τα πράγματα εδώ θα είναι τόσο δύσκολα. Στην αρχή έζησα φρικτές καταστάσεις. Ο διακινητής έκλεψε όλα τα χρήματά μου και μας πέταξε έξω από το σπίτι που μέναμε. Υπενθύμιζα συνέχεια στον εαυτό μου ότι ήμουν πολύ δυνατή. Κοιτούσα τους δύο γιους μου και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να τους στηρίξω». Από θαύμα, όπως λέει, βρήκε μια φιλανθρωπική οργάνωση προτεσταντών στην Αθήνα, που τους παρείχε στέγη «και έτσι όλη η ζωή μας άλλαξε».

«Γίναμε χριστιανοί και αναγκαστήκαμε να φύγουμε»
Η 32χρονη Νεγκίν ήρθε στην Ελλάδα λίγους μήνες νωρίτερα, τον Σεπτέμβριο του 2018, μαζί με τον άνδρα της και το τότε επτά μηνών μωρό τους. «Στο Ιράν είχα τα πάντα. Δεν μου έλειπε τίποτα», λέει χαρακτηριστικά ξεκινώντας την αφήγηση της ιστορίας της. «Όμως εκεί οι γυναίκες δεν αποφασίζουν». Τα προβλήματα άρχισαν όταν εκείνη και ο σύζυγός της αποφάσισαν να ασπαστούν το χριστιανισμό. Ο αδελφός του συζύγου της δούλευε στην τοπική αστυνομία και τους απείλησε, οπότε αποφάσισαν να φύγουν. Έφτασαν στην Τουρκία, ωστόσο άλλοι χριστιανοί συμπολίτες τους τούς είχαν συμβουλεύσει να έρθουν στην Ελλάδα, γιατί η Τουρκία δεν είναι ασφαλής γι’ αυτούς. Πέρασαν τα σύνορα διαμέσου του Έβρου, με τον άντρα της να κρατάει συνέχεια στα χέρια το μωρό τους. «Την πρώτη μέρα που ήρθαμε έκλαιγα συνέχεια. Μέναμε στο σπίτι των διακινητών το οποίο ήταν ανασφαλές και βρώμικο και γρήγορα μας έδιωξαν από εκεί», θυμάται. Λίγες ημέρες αργότερα συνάντησαν την ίδια φιλανθρωπική οργάνωση που φιλοξενεί τη Ρεϊχανέ και τους προσέφεραν στέγη στην Αθήνα.

Τι δουλειά έκαναν στις πατρίδες τους
Η Ρεϊχανέ και η Νεγκίν ήταν δραστήριες επαγγελματικά στην πατρίδα τους, με σπουδές σε οικονομικά και καλλιτεχνικό υπόβαθρο. Η Ρεϊχανέ σπούδασε διοίκηση επιχειρήσεων και για δέκα χρόνια είχε το δικό της στούντιο ομορφιάς. Επίσης, από μικρή καταπιανόταν με τη χειροτεχνία και την τέχνη. Εξάλλου ο πατέρας της ήταν ζωγράφος και η μητέρα της τραγουδίστρια, ενώ η αδελφή της αν και έχει διδακτορικό στην έρευνα, έχει δική της επιχείρηση που ράβει ρούχα. Η ίδια έχει ασχοληθεί επαγγελματικά με το σχέδιο και έχει δουλέψει ως ηθοποιός, μουσικός και tattoo artist. «Τα πάντα για μένα είναι τέχνη. Ακόμα και τους ανθρώπους τους συνδέω με την τέχνη», μας λέει χαρακτηριστικά.

Η Νεγκίν σπούδασε λογιστική και εργαζόταν σε παιδικό σταθμό. Η μητέρα της είναι γραφίστρια και της εμφύσησε την αγάπη για τη χειροτεχνία. Επιπλέον, η Νεγκίν έφτιαχνε χειροποίητα στέφανα για νύφες στην πατρίδα της.

Πώς ξεκίνησαν να φτιάχνουν κοσμήματα από σκουπίδια
Όταν ήρθε στην Ελλάδα, η Ρεϊχανέ ξεκίνησε να φτιάχνει αντικείμενα από πλαστικές σακούλες. Όπως λέει, «δεν είχα λεφτά να αγοράσω νέα υλικά, οπότε αποφάσισα να αξιοποιήσω τα υλικά που πετούσαν οι γείτονες. Άρχισα να φτιάχνω κορδόνια από τις σακούλες και με αυτά να πλέκω τσάντες». Με τη Νεγκίν ζουν στην ίδια πολυκατοικία και, όταν συνειδητοποίησαν την κοινή τους δημιουργική κλίση, αποφάσισαν να συνεργαστούν. «Συναντηθήκαμε τη σωστή στιγμή», λέει η Ρεϊχανέ και προσθέτει: «Είμαστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι, αλλά αλληλοσυμπληρωνόμαστε».

Η επιχειρηματική ιδέα των δύο προσφύγων
Οι δύο γυναίκες άρχισαν να δουλεύουν επάνω στην επιχειρηματική τους ιδέα που είναι να χρησιμοποιούν ανακυκλωμένο υλικό, με έμφαση στα καπάκια από τα πλαστικά μπουκάλια που τα λιώνουν τέσσερις φορές, για να δημιουργήσουν αξεσουάρ και διακοσμητικά αντικείμενα, όπως τσάντες, κοσμήματα και καλάθια. Κάθε αντικείμενο που φτιάχνουν είναι διαφορετικό από τα άλλα, καθώς είναι όλα χειροποίητα. «Αυτό που θέλαμε να κάνουμε ήταν να πάρουμε ανακυκλώσιμα υλικά από τους ανθρώπους και να τους τα “επιστρέψουμε” φτιάχνοντας κάτι χρήσιμο και φτηνό», εξηγεί η Ρεϊχανέ. «Βρήκαμε αισθητική και ομορφιά στα απορρίμματα και αποφασίσαμε να τους δώσουμε νέα ζωή», συμπληρώνει η Νεγκίν. Ποια είναι τα αγαπημένα τους αντικείμενα από όσα φτιάχνουν, τις ρωτάμε. Η Ρεϊχανέ απαντά: «Όλα όσα φτιάχνω είναι παιδιά μου», ενώ στο ίδιο πνεύμα η Νεγκίν προσθέτει: «Αγαπώ όλα τα αντικείμενα γιατί τα φτιάχνω με πάθος».

Η Νεγκίν και η Ρεϊχανέ είναι απόφοιτες του προγράμματος επιχειρηματικότητας «Business for YOUth». Ο άνδρας της Νεγκίν ήταν ο πρώτος που δήλωσε συμμετοχή στο πρόγραμμα και τις προέτρεψε να συμμετάσχουν. Οι δύο γυναίκες παρακολούθησαν τον πρώτο κύκλο και στη συνέχεια ήταν ανάμεσα στους 30 απόφοιτους που επιλέχθηκαν από το σύνολο των 350 συμμετεχόντων για το επόμενο στάδιο της καθοδήγησης, κατά τη διάρκεια του οποίου έλαβαν εξατομικευμένη υποστήριξη και ένα συμβολικό χρηματικό βοήθημα για να ξεκινήσουν τη δική τους επιχείρηση.

Πώς θα διαθέσουν τα προϊόντα τους
Όταν η Ρεϊχανέ και η Νεγκίν πέρασαν στη δεύτερη φάση του προγράμματος επιχειρηματικότητας λένε ότι όλα άλλαξαν. «Γίναμε περισσότερο επαγγελματίες», εξηγεί η Ρεϊχανέ. Σήμερα ετοιμάζονται να διαθέσουν τα προϊόντα τους μέσα από διαδικτυακές πλατφόρμες αγορών. Επιπλέον, οι δύο γυναίκες έχουν κάνει αίτημα για άσυλο και έχουν πάρει ημερομηνία για συνέντευξη σε ένα χρόνο. Λένε ότι θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα και να εξελίξουν την επιχείρησή τους, ωστόσο εξομολογούνται ότι ανησυχούν για το μέλλον τους εδώ και για την αντιμετώπιση της χώρας προς τους πρόσφυγες.

Πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο και μέλη άλλων ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, 350 στο σύνολο, παρακολούθησαν τους 19 κύκλους μαθημάτων του προγράμματος επιχειρηματικότητας «Business for YOUth», από τον Μάρτιο 2018 ως τον Ιούλιο του 2019. Η υπεύθυνη του προγράμματος, Αλεξάνδρα Ζαββού, εξηγεί ότι «παρατηρήσαμε πως η προσφυγική κρίση στην αρχή αφορούσε στην παροχή πρώτων βοηθειών. Τώρα όμως έχουμε περάσει στη φάση της ενσωμάτωσης στην κοινωνία και της εύρεσης εργασίας. Πολλοί ξέρουν πώς να φτιάξουν μια επιχείρηση, αλλά χρειάζονται βοήθεια για το πώς να τη φτιάξουν στην Ελλάδα. Χρειάζονται λοιπόν κάποιον να τους κρατήσει το χέρι για να τους βοηθήσει».

Οι κύριες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες στην κατεύθυνση αυτή, επισημαίνει η ίδια, είναι το γεγονός ότι, αν και πολλοί μένουν χρόνια εδώ δεν έχουν μια βιώσιμη ζωή, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας ή στην εύρεση εργασίας. Επίσης, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία μόνο οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες μπορούν να εγγράψουν τη δική τους επιχείρηση στα μητρώα, γι’ αυτό και συχνά οι αιτούντες άσυλο αναζητούν Έλληνες ή αναγνωρισμένους πρόσφυγες για να συνεταιριστούν.