Για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στον Πατραϊκό και την ευρύτερη περιοχή μας | dete

Για τις εξορύξεις υδρογονανθράκων στον Πατραϊκό και την ευρύτερη περιοχή μας

ΤΟΥ Χρήστου Πατούχα

Επί τάπητος πλέον έχει τεθεί, η έναρξη κατασκευής των γεωτρήσεων εξόρυξης υδρογονανθράκων τόσο στον Πατραϊκό κόλπο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του Ιονίου και Πελοποννήσου και Αιτωλοακαρνανίας,μετά τις παραχωρήσεις από την κυβέρνηση το 2014των θαλάσσιων οικοπέδων του Κατακόλου στην EnergeanOil και του Δυτικού Πατραϊκού στα ΕΛΠΕ-Edison,το 2017 των χερσαίων οικοπέδων Αιτωλοακαρνανίας στην EnergeanOil-Repsol και της ΒΔ Πελοποννήσου στα ΕΛΠΕ και φέτος των οικοπέδων Κυπαρισσάκους και Ιόνιου σε ΕΛΠΕ και ΕΛΠΕ-Repsol. Ταυτόχρονα, πληθύνονται οι φωνές όσων προβληματίζονται ή αντιτίθενται πλήρως στην εξέλιξη αυτή από επιστημονικές κοινότητες ή μέλη επιστημονικών κοινοτήτων, οικολογικές οργανώσεις, τοπικές κινήσεις και άλλους φορείς.

Όλοι αυτοί, επικαλούνται άμεσους κινδύνους για το περιβάλλον, κίνδυνο καταστροφής θαλάσσιων παραγωγικών εγκαταστάσεων κυρίως ιχθυοκαλλιεργειών, επιπτώσεις στην θαλάσσια αλιεία, μόλυνση της θάλασσας και των ακτών της, πλήγμα στην τουριστική δραστηριότητα στην Βόρεια Πελοπόννησο και τα Ιόνια νησιά με γενικότερο κίνδυνο απορρύθμισης σε βάθος χρόνου της γενικότερης οικονομικής και παραγωγικής δραστηριότητας.

Πολλοί, μάλιστα ειδικοί επιστήμονες, επισημαίνουν κινδύνους λόγω του ιδιαίτερα σεισμογενούς της ευρύτερης περιοχής, για την ασφάλεια κατοίκων και επισκεπτών, από την συχνότητα και την ένταση σεισμικών γεγονότων που μπορεί να προκληθούν, από ενεργοποίηση σεισμικών ρηγμάτων.

Οι γεωτρήσεις εξόρυξης, μπορούν να προκαλέσουν τέτοιους κινδύνους;

Χρειαζόμαστε πειστικές επιστημονικές απαντήσεις για αυτό.

Προφανώς, όλες οι αιτιάσεις είναι εύλογες. Εμείς θα προσθέσουμε ορισμένους ακόμα, πολιτικούς κυρίως, προβληματισμούς.

Ποιος θα εκμεταλλευτεί τους υδρογονάνθρακες; Τι θα κερδίσει από αυτό το Ελληνικό Δημόσιο και ο Ελληνικός λαός; Στα ερωτήματα αυτά πρέπει να απαντήσουμε εμπεριστατωμένα και αναλυτικά.

Ας το επιχειρήσουμε:

Γνωρίζουμε ότι ο εθνικός ορυκτός πλούτος, όπως και όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου, είναι στην διαχείριση του Υπερταμείου, δηλαδή στην διαχείριση των δανειστών. Οι εταιρείες εκμετάλλευσης, ελληνικές και ξένες πολυεθνικές, σε απόλυτη σύμπλευση πολιτική και οικονομική με τις καπιταλιστικές μητροπόλεις, είναι προφανές ότι αυτό που επιδιώκουν είναι το μέγιστο κέρδος τους, με το μικρότερο κόστος κοινωνικής και περιβαλλοντικής προστασίας.

Γνωρίζουμε επίσης, ότι η χώρα μας έχει ήδη εκχωρήσει το δικαίωμα της, να έχει Εθνικό Ενεργειακό Φορέα. Ένας τέτοιος Φορέας, ήταν δυνατόν να λειτουργεί, ως εργοδότης των εταιρειών εκμετάλλευσης με αποφασιστικότητα στην προστασία των εθνικών οικονομικών και περιβαλλοντικών συμφερόντων.

Σύμφωνα με το Ν. 4001/2011 οι πετρελαϊκές εταιρείες θα καταβάλουν 20% φόρο προς το δημόσιο και 5% ειδικό περιφερειακό φόρο μετά την έναρξη της παραγωγής. Μέρος των εσόδων του δημοσίου θα πηγαίνει υποχρεωτικά στη μαύρη τρύπα του Ταμείου Γενεών για την ενίσχυση του ασφαλιστικού συστήματος. Σε τοπικό επίπεδο τα έσοδα προς τη Δυτική Ελλάδα ξεκινούν μόνο εφόσον αρχίσει η παραγωγή και ανέρχονται σε λίγα εκατομμύρια ευρώ ανά έτος.Αν λοιπόν, ό όλος τζίρος, θα αποφέρει περί τα 3 δις στο συνολικό διάστημα εκμετάλλευσης και μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων, στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, τότε δεν αντιλαμβανόμαστε προς τι οι τόσοι πανηγυρισμοί.Όσο για την αύξηση της απασχόλησης, οι 300 θέσεις εργασίας για κάθε οικόπεδο και οι 900 έμμεσες θέσεις (λιγότερες αφού θα αφορούν γειτονικά οικόπεδα) θα αφορούν κυρίως προσωπικό που ήδη εργάζεται στις εταιρείες ενώ για το τοπικό δυναμικό θα προορίζονται οι πιο βαριές και επικίνδυνες εργασίες.

Υπάρχει περιβαλλοντικός κίνδυνος;

Όσοι ανησυχούν, λένε ότι ο κίνδυνος είναι άμεσος. Και όχι μόνο στην πιθανότατη περίπτωση τεχνικής αστοχίας ή ατυχήματος. Αλλά και από την ίδια την λειτουργία των εγκαταστάσεων, την διαδικασία μεταφοράς, την αισθητική εικόνα των εγκαταστάσεων κλπ. Άλλωστε οι περιβαλλοντικές μελέτες και αδειοδοτήσεις, δεν έγιναν σε επίπεδο διαβούλευσης που θα έδινεευκαιρία προβληματισμού, επιστημονικής πληροφόρησης, ενεργοποίησης των τεχνικών φορέων, συμμετοχής πολιτών και συλλογικοτήτων.

Δεν αναφερόμαστε προφανώς, σε συζήτηση των περιβαλλοντικών όρων, σε κυβερνητικόκαι Περιφερειακό επίπεδο. Σε αυτό το επίπεδο η αποδοχή τους έγινε άνευ όρων από όλες τις μνημονιακές κυβερνήσεις αλλά και τις Περιφέρειες (και φυσικά την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας), στο πλαίσιο της «αναπτυξιολαγνείας» και της πλήρους υποταγής στα οικονομικά συμφέροντα και τις μνημονιακές δεσμεύσεις για ξεπούλημα του εθνικού πλούτου.

Αναφερόμαστε, στην συζήτηση σε επίπεδο δημοτικών συμβουλίων, φορέων της κάθε περιοχής και κοινωνίας. Τέτοια συζήτηση ουδέποτε έγινε, ουδέποτε ενημερώθηκε και ρωτήθηκε η τοπική κοινωνία. Θεωρούμε καθοριστική, την αποφασιστική αρμοδιότητα των κοινωνικών οργάνων. Η αποφασιστική αυτή αρμοδιότητα, υπονομεύεταιπάντοτε από το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, όχι μόνο στην περίπτωση αυτή, αλλά και σε έργα και κατασκευές πολύ ηπιότερων κινδύνων.

Υπό αυτές τις συνθήκες τι συμφέρον έχει η περιοχή μας;

Αξίζει να ρισκάρουμε τα κεκτημένα και την προοπτική τους; Είναι προφανές ότι η ευρύτερη περιοχή της Περιφέρειας της Δυτικής Ελλάδας και του Ιονίου, περιοχή ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς, ευρύτατων αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και ιστορίας, στα δικά της συγκριτικά πλεονεκτήματα πρέπει να αναζητήσει την οικονομική και παραγωγική της ανάπτυξη και την ευημερία των κατοίκων της. Είναι περιοχή που μπορεί πολύ γρήγορα να πολλαπλασιάσει τις επιδόσεις της στον πρωτογενή τομέα, στον δευτερογενή, κυρίως στην αξιοποίηση των προϊόντων του πρωτογενούς και στις τουριστικές της υποδομές.

Για αυτά απαιτείται, η απόλυτη διαφύλαξη της φυσικής ομορφιάς, η προστασία και αξιοποίηση της καλλιεργήσιμης γης, η προστασία του περιβάλλοντος από τους ήδη υπάρχοντες κινδύνους, επ ουδενί δεν πρέπει να προσθέσουμε νέους κινδύνους. Απαιτείται η ανάδειξη της τοπικής, με παγκόσμια απήχηση, ιστορίας μας, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, η βελτίωση των συνθηκών επισκεψιμότητας.

Δεν υπάρχει ισοζύγιο σύγκρισης. Στην περίπτωση των εξορύξεων, εκθέτουμε την περιοχή μας σε πολλαπλούς και μακροχρόνιους κινδύνους, με οικονομικό αντάλλαγμα κέρδη των ολίγων, απασχόληση ολίγων και εξειδικευμένων, αλλάζουμε τον χάρτη και την αισθητική της περιοχής μας, θέτουμε σε άμεσο κίνδυνο την παραγωγική δραστηριότητα στις θαλάσσιες περιοχές, οδηγούμε τα λαϊκά στρώματα σε μαρασμό, ανεργία, εγκατάλειψη και αδυναμία επιβίωσης στον τόπο τους.

Για αυτούς και για πολύ περισσότερους λόγους, που επιφυλασσόμαστε να μελετήσουμε στο άμεσο μέλλον με επιστημονική ομάδα συνεργατών μας, είμαστε αντίθετοι στην εφαρμογή του σχεδίου των εξορύξεων. Το θεωρούμε, όχι μόνο εκχώρηση εθνικού πλούτου, το θεωρούμε καταστροφική για την κοινωνία, το περιβάλλον, την περιοχή και την οικονομική της δραστηριότητα προοπτική.
Εμείς έχουμε ξανατοποθετηθεί στο παρελθόν σε κάθε ευκαιρία. Θεωρούμε, ότι πρέπει στην πόλη και την περιοχή μας να ανοίξει γενικευμένος διάλογος με πρωτοβουλία του Δήμου.Ήδη αυτό έχει συμβεί σε πολλούς Δήμους στην Ήπειρο αλλά και στα Ιόνια, όπου έχουν υπάρξει αρνητικές αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων, επιτροπές αγώνα, κινητοποιήσεις. Πρέπει και στην περιοχή μας να εκφραστούν όλοι οι επιστημονικοί και κοινωνικοί φορείς, όλες οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι πολιτικές και Δημοτικές παρατάξεις. Το θέμα αφορά την κοινωνία. Μας αφορά. Πρέπει να τολμήσουμε. Να διεκδικήσουμε τον ρόλο μας και την ευθύνη μας!