Γιατί κινδυνεύει περισσότερο η καρδιά των νέων γυναικών

Οι θάνατοι από καρδιαγγειακά συμβάματα έχουν μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά αυτές οι μειώσεις δεν αφορούν τις γυναίκες κάτω των 50 ετών. Σύμφωνα με ανασκόπηση σχετικών ερευνών που δημοσιεύθηκε στην CMAJ (Canadian Medical Association Journal) παρέχονται κατευθυντήριες οδηγίες στους γιατρούς για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση προεμμηνοπαυσιακών γυναικών υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου.

«Η καρδιαγγειακή νόσος σε γυναίκες κάτω των 50 ετών απαιτεί να σκεφτούμε εκτός του δεδομένου πλαισίου των γνωστών παραγόντων κινδύνου» εξηγεί η καρδιολόγος Dr. Beth Abramson από το Νοσοκομείο St. Michael’s και το Πανεπιστήμιο του Τορόντο μαζί με τους έτερους συγγραφείς της ανασκόπησης. Η ανασκόπηση βασίστηκε στα τελευταία δεδομένα ερευνών που δημοσιεύθηκαν από 2008 έως το 2018. Σημαντικά δεδομένα που αναδείχθηκαν είναι τα ακόλουθα:
-Ο σακχαρώδης διαβήτης, το μεταβολικό σύνδρομο και το κάπνισμα είναι σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου σε νεότερες γυναίκες.
-Νεότερες γυναίκες με δυσλειτουργίες των ωοθηκών μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
-Η πρόωρη εμμηνόπαυση λόγω χειρουργικών ή χημειοθεραπευτικών παρεμβάσεων μπορεί να είναι παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου.
-Επιπλοκές κύησης όπως η υπέρταση κύησης και η προεκλαμψία σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.
– Υπάρχουν περιορισμένα και αντικρουόμενα στοιχεία αναφορικά με τον πιθανό επιβαρυντικό ρόλο των θεραπειών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Οι συγγραφείς θεωρούν πρόκληση την αξιολόγηση των παραγόντων καρδιαγγειακούς κινδύνου ενός υποπληθυσμού (των γυναικών κάτω των 50) που διατρέχει υψηλότερο κίνδυνο και βρίσκεται εντός ενός μεγαλύτερου πληθυσμού χαμηλού κινδύνου. Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες τείνουν να υποτιμούν τον κίνδυνο που διατρέχουν οι γυναίκες νεαρότερης ηλικίας. Προτείνουν λοιπόν οι προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με παράγοντες κινδύνου να ελέγχονται έγκαιρα για τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, ενώ μεγαλύτερη έμφαση πρέπει να δίνεται σε γυναίκες που έχουν εκδηλώσει προεκλαμψία ή έχουν υποβληθεί σε τεχνικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.

Η αναγνώριση των προεμμηνοπαυσιακών γυναικών υψηλού κινδύνου που έως τώρα θεωρούνταν χαμηλού κινδύνου, αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα πρόληψης σύμφωνα με τους ερευνητές.