“Απνάρτα…” | dete

"Απνάρτα…"

Του Γιώργου Κοντογιάννη

 

Τα πούλμαν κορνάριζαν και οι αλαλαγμοί των οπαδών ακούγονταν από την Αγίας Σοφίας εκεί που τους άφησαν. Ορδές ταξιδιωτών φαίνονταν απ’ το μπαλκόνι μας να εισρέουν προς το κέντρο της πόλης με τις σημαίες στον ώμο. Κάτι ηλιοκαμένοι τύποι από τα χωριά της Δυτικής Ελλάδας μαζί με τη φανατισμένη Ελληνίδα επαρχιώτισσα, έτοιμοι να γίνουν θυσία για τον αρχηγό, κρατούσαν στο χέρι μπουκάλια με νερό ή κανένα αναψυκτικό για τη δίψα. Κατέβηκα στην είσοδο της πολυκατοικίας να χαζέψω από κοντά όλο αυτό το πανηγύρι, όπου μια χοντρή καλοζωισμένη κυρία με πλησιάζει και με ρωτάει ακριβώς το εξής: «Είνι μακριά ου μόλους;». Ευτυχώς έχω μια οξύτητα ακοής και αντίληψης γύρω από τους ιδιωματισμούς της Ελληνικής επαρχίας και κατάλαβα τι ήθελε. Αφού της περιέγραψα πως θα πάει στο μόλο τη ρώτησα από πού είναι και μου απάντησε μονολεκτικά και αφοπλιστικά: «Απνάρτα»!

 

Πιο πέρα κοντά στην πλατεία Νόρμαν όλα τα μαγαζιά έψηναν έξω σουβλάκια και ένας φοβερός τύπος κάτι μεταξύ τσιγγάνου και άρτι αποφυλακισμένου μικροαπατεώνα πουλούσε ελληνικές σημαίες. Είχε γεμίσει η Πάτρα κόσμο τέτοιο και τόσο που ούτε στο καρναβάλι δεν έβλεπες. Τα πειράγματα έδιναν και έπαιρναν κυρίως όταν εμφανιζόταν κάποιος γείτονας ή περαστικός που καλοπροαίρετα πέταγε καμία ατάκα διαφοροποίησης από το πάθος και το πλήθος. Καμιά φορά γινόταν και κανένας καβγάς αλλά μπροστά στη χαρά του πανηγυριού περνούσε γρήγορα. Τη μεγαλύτερη πλάκα την είχαν οι μεταμφιεσμένοι κυριολεκτικά οπαδοί. Καπελάκι, μπλούζα, σημαία και κονκάρδα του κόμματος ένα πράγμα. Χιλιάδες πράσινα και άλλοτε μπλε πλάσματα που μόνο το αίμα τους είχε άλλο χρώμα ζούσαν μέχρι τα κύτταρά τους τον προεκλογικό παλμό.

 

Πάνε εικοσιέξι χρόνια που θυμάμαι να είδα στην Πάτρα κάποιες τέτοιες εικόνες. Από τη νίκη του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβρη του ’93. Αυτή ήταν η τελευταία αρχηγική εκλογή στην Ελλάδα. Με τον Ανδρέα όρθιο στο Μόλο παρότι είχε επιβραδυνθεί η υγεία του και δυόμισι χρόνια μετά έφυγε από τη ζωή. Από το Σημίτη και ύστερα το πανηγύρι τελείωσε. Λιγόστευαν όλο και πιο πολύ οι μεταφερόμενοι οπαδοί και οι αρχηγοί σαφώς δεν είχαν πια τη στόφα του Ανδρέα, του Μητσοτάκη ή παλιότερα του Κων/νου Καραμανλή. Κάτι πήγε να κάνει ο ανιψιός το 2004 αλλά ήταν μάλλον απομίμηση που γρήγορα απομυθοποιήθηκε όπως άλλωστε και του Γιώργου που συνοδεύτηκε με περιπέτειες. Ο Τσίπρας έδωσε αργότερα ένα δικό του χρώμα, μια ζωντάνια και μια φρεσκάδα στην επαφή με το λαό που πήγε να θυμίσει την εποχή των παλιών ηγετών. Ατυχώς όμως τη μιμήθηκε άτσαλα και το χειρότερο την πίστεψε αβασάνιστα χωρίς να φροντίσει τη καθαρότητα της δικής του πολιτικής παρουσίας, γι αυτό κούρασε εκτός των άλλων…

 

Βλέπω σήμερα τους πολιτικούς αρχηγούς που πάνε αυτοί στον ψηφοφόρο. Αντί για μεταφερόμενους πολίτες έχουμε μεταφερόμενους πολιτικούς αρχηγούς. Είναι ωριμότητα της κοινωνίας ή αναγκαίο κακό; Οι πολίτες τελικά σήμερα ψηφίζουν ή καταψηφίζουν; Μας ωρίμασε πολιτικά η κρίση από το 2009 μέχρι σήμερα ή απλά αλλάζουμε κυβερνήσεις ανανεώνοντας αόρατες ελπίδες; Καταλάβαμε ότι έχουμε και στον καναπέ την ίδια δύναμη μ’ εκείνη που είχαμε στο πούλμαν με τη σημαία στον ώμο ή απλά δεν μας συγκινούν τόσο πλέον οι ηγέτες μας; Ελπίζω να μην έχουμε απαντήσεις σ’ όλα αυτά με άτσαλο τρόπο στους πρώτους μήνες της νέας διακυβέρνησης. Θέλει μεγάλη προσοχή και αξιολόγηση αυτή η ήρεμη και απαθής πολιτική αλλαγή…