«Έμεινε καιρό στην εταζέρα»: Η Πάτρα και η Αθήνα της περιπετειώδους 20ετίας 1960-1980 μέσα από τη βιωματική αφήγηση ενός αγαπημένου Πατρινού | dete

«Έμεινε καιρό στην εταζέρα»: Η Πάτρα και η Αθήνα της περιπετειώδους 20ετίας 1960-1980 μέσα από τη βιωματική αφήγηση ενός αγαπημένου Πατρινού

Της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου

Όταν κάτι το αγαπάς, θέλεις να το μοιράζεσαι. Για τον Θανάση Κούστα είναι σημαντικά και τα δυο. Και η αγάπη για την Πάτρα και το μοίρασμα, εν προκειμένω των αναμνήσεων, που οριοθετούν το δικό μας «μαζί» έτσι όπως αυτό περνάει από τη «μηχανή» του χρόνου και φτάνει στο σήμερα με μια μεγάλη δόση νοσταλγίας.

Ο συγγραφέας του περίφημου «Αγκινάρες με αλάτι», αυτός ο ανήσυχος Πατρινός που συνδυάζει τον ενθουσιασμό ενός εφήβου και την ωριμότητα ενός- σε βάθος- γνώστη των θεμάτων της πόλης του, επέστρεψε με ένα νέο βιβλίο που «’Έμεινε καιρό στη εταζέρα», αλλά  μας… σερβίρεται με την φρεσκάδα της μνήμης του συγγραφέα του σαν μια ιστορία που ακούσαμε κάποια στιγμή δίπλα στο τζάκι, από μια πόλη, μια χώρα που κάποτε ήταν αλλιώς.

Ο Θανάσης Κούστας μας μεταφέρει σε έναν άλλο κόσμο, όχι τόσο μακρινό, μα εξαιρετικά διαφορετικό, κινούμενος ανάμεσα στην Πάτρα και την Αθήνα, την εικοσαετία των … κατακλυσμιαίων αλλαγών 1960-1980, με την μεν πρωτεύουσα της Αχαΐας να περνά σταδιακά από την ανέχεια, τους σκοτεινούς δρόμους και τα σφαλιστά παράθυρα, στην ελπίδα που έφερναν το λιμάνι, τα νέα επαγγέλματα και οι βιομηχανίες, τη δε Αθήνα να γιγαντώνεται από το κύμα αστυφιλίας, σε μια αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής.

Μιας ζωής που οι άνθρωποι πάντα αναζητούσαν και πάντα θα αναζητούν έστω κι αν γυρνώντας συχνά τις σελίδες προς τα πίσω έχεις την αίσθηση ότι το όνειρο που κυνηγούν, ίσως να είναι αυτό που αφήνουν για να ξεκινήσουν το κυνήγι.

Αυτή την αίσθηση μιας ζεστασιάς σε μια πόλη με περισσότερο ανθρώπινο μέγεθος, αποπνέει άλλωστε αβίαστα το νέο βιβλίο του Θανάση Κούστα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «το δόντι».

Όσοι γνωρίζουν αυτόν τον –κατά κανόνα εύθυμο και ευπροσήγορο- Πατρινό, γνωρίζουν και την ευκολία με την οποία η μνήμη του ανασύρει ανά πάσα στιγμή μια εικόνα από την πόλη του χθες και την αναπλάθει με τις ζωηρές περιγραφές του, φέρνοντάς την εμπρός σου με την άνεση ενός κινηματογραφιστή.

Δεν είναι μυθοπλάστης ο Θανάσης Κούστας. Είναι ένας άνθρωπος που έχει θέσει τη μνήμη του και την έρευνά του στην υπηρεσία του αναγνώστη του, στον οποίο απευθύνεται με την αμεσότητα ενός φίλου που περιγράφει τη ζωή του ένα βράδυ συνοδεία ποτού σε κάποια παραδοσιακή ταβέρνα και κάπως έτσι, χαλαρά και αβίαστα σκιαγραφεί τη ζωή που έφυγε αλλά δεν λησμονήθηκε.

Οι αναμνήσεις άλλωστε του Κούστα ταυτίζονται με τις αναμνήσεις ενός πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού που έζησαν την εικοσαετία της περιπέτειας. Η πένα του για αυτούς τους αναγνώστες είναι μια φιλική υπενθύμιση, κάτι σαν «θυμάσαι τότε που…», σαν υποκίνηση της νοσταλγίας για κάτι που έφυγε ανεπιστρεπτί.

Κάπως έτσι η βιωματική του αφήγηση (είδος που ανθεί τελευταία στη λογοτεχνία), το τελευταίο καλοκαίρι του μικρού Θανάση στην Πάτρα, η αναχώρηση για την Αθήνα και οι  επιστροφές για το καλοκαίρι και το καρναβάλι, ο κορμός δηλαδή του νέου του βιβλίου, γίνονται οι διαδρομές πολλών, Πατρινών και Αθηναίων που ξέρουν για τι μιλάει ο συγγραφέας, αλλά και αντικείμενο προς διερεύνηση όσων ήρθαν μετά και παρέλαβαν έναν άλλον κόσμο χωρίς να γνωρίσουν αυτόν που προηγήθηκε.

Υπ΄ αυτή την έννοια ο Κούστας είναι την ίδια ώρα ο καλός φίλος που θυμάται με την παρέα του αλλά και ο καλός παππούς που διηγείται στα εγγόνια του παραμύθια μιας άλλης εποχής. Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν είναι που το βιβλίο του είναι αφιερωμένο στα τρία του εγγόνια.

Παλιοί Πατρινοί και Αθηναίοι, τύποι και αστοί, καλλιτέχνες και άνθρωποι του λιμανιού, καλύβια και διαμερίσματα με λουτροκαμπινέ, ξεπηδούν μέσα από τις αναμνήσεις του Θανάση Κούστα και μας πάνε μια βόλτα στη ..δροσιά της νιότης. Μιας άλλης νιότης.

Να το διαβάσετε. Θα σας ταξιδέψει.

 

Μια άλλη Πάτρα, μια άλλη Αθήνα

 

Απόσπασμα από τον πρόλογο

«Οι Πατρινοί απολάμβαναν τις Κυριακάτικες λιακάδες στην πλατεία Γεωργίου, παρέες-παρέες στις πάνινες καρέκλες στα καφενεία τουΚουτρουμπάνου και του Γκιαούρη αλλά και στο ουζερί του Σταθάτου, απολαμβάνοντας το ουζάκι με την καρδιά μιας ζουμερής άγριας αγκινάρας πασπαλισμένη με χοντρό αλάτι. Στα μαγέρικα της άνω πόλης τα βαρέλια μετον ροδίτη και το μοσκούδιαγκάλιαζαν με το άρωμά τους  το παράπονο και  την ελπίδα αλλά και την προσμονή του γυρισμού των ξενιτεμένων, καθώς την δεκαετία αυτή είχε θεριέψει για τα καλά ο ξενιτεμός»….

… «Μια Αθήνα που καθημερινά θέριευε για να αγκαλιάσει και να στεγάσει τους εσωτερικούς «εμιγκρέδες» που  ζήταγαν φως… περισσότερο φως,  ηρεμία, καταλάγιασμα από τα πάθη, χώρο για τα παιδιά τους και όχι μόνο, με κάθε τίμημα. Η Αθήνα  συγκέντρωνε και αναδείκνυε χούγια, συμπεριφορές, αγωνίες… μεγάλωνε και πρόσφερε φώτα, δουλειές και ευκαιρίες.

Και κάπου εκεί ανάμεσα… βρίσκομαι εγώ, βλέπω εικόνες σπάνιες και δυσεύρετες, συλλεκτικές θα λέγαμε σήμερα, μπερδεύω τις εικόνες της ραγδαίας αναπτυσσόμενης Αθήνας με την ηρεμία και την χαλαρότητα της Πάτρας. Αυτές οι εικόνεςείναι ίσως και ο λόγος που ήθελα να γίνω καλλιτέχνης ζωγράφος, ένα ανεκπλήρωτο όνειρο που έμεινε όνειρο, όπως ίσως  και άλλα όνειρά μου που δεν εκπληρώθηκαν».

 

Μια μικρή φωτογραφία

«Μία μικρή φωτογραφία  έμεινε καιρό στην εταζέρα, της είχε βάλει κορνίζα η μητέρα… και κάθε φορά που την περιεργαζόμουν,  γύριζα και πάλι πίσω στην Πάτρα, αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ντυμένος «Κινέζος» πόζαρα μαζί με τον αδελφό μου που ήταν ντυμένος «Απάχης». Γύριζα πίσω…,  Κυριακή του Καρναβαλιού στην πλατεία Γεωργίου, ανάμεσα σε πιερότους με ροκάνες, μασκαράτες, την μικρή μπαντίνα και τα άνθινα άρματα του Μαρούδα. Οι στολές ήταν δώρο από τον Διονύση Χαϊκάλη που είχε το κατάστημα στην γωνία πλατεία και Κορίνθου με τα κεντήματα, τα εργόχειρα και τα μαλλιά πλεξίματος. Παράλληλα νοίκιαζε στολές και ντόμινα. Η στολή δεν μου άρεσε, δεν ήθελα να ντυθώ Κινέζος, όμως συμβιβάστηκα για να βγάλουμε την φωτογραφία κι έτσι βγήκα μουτρωμένος. Η φωτογραφία αυτή μου θύμιζε πως – όπως συνήθως συμβαίνει  – δεν έκανα πάντα αυτό που ήθελα, αυτό που μου άρεσε κι όμως το έκανα… γιατί έτσι έπρεπε… η ίσως έτσι έπρεπε για να βγει η φωτογραφία».

(απόσπασμα από το βιβλίο)

 

(από την εφημερίδα 7 Μέρες Ενημέρωση)