AΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΥΡΑΓΑΝΗ: Γιατί η Ανάπτυξη Κινδυνεύει και το 2017

 

Του Γιώργου Μαυραγάνη, Δικηγόρου-πρώην Υφυπουργού Οικονομικών

 

 

Στα τέλη του 2016 ακόμα και στις αρχές του 2017 πολλοί προέβλεπαν μεγάλη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην φθινοπωρινή έκθεσή της εκτιμούσε ανάπτυξη 2,7%. Στον αντίποδα ορισμένοι, παρατηρώντας τους πρόδρομους δείκτες όπως η κατανάλωση, τα ληξιπρόθεσμα χρέη από και προς το Δημόσιο, οι τραπεζικές καταθέσεις, η επιστροφή των τραπεζών στη στήριξη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσω ELA, η απορρόφηση των κονδυλίων ΕΕ, η πορεία του ισοζυγίου θέσεων εργασίας και προπάντων η κινητικότητα της πραγματικής οικονομίας, ήμασταν αρκετά επιφυλακτικοί.

 

Η καθυστέρηση της 2ης αξιολόγησης αφενός προκαλεί τεράστια βραχυπρόθεσμα προβλήματα στην οικονομία η δε ολοκλήρωσή της με το μείγμα που αναφέρεται στη δημόσια συζήτηση δεν θα δώσει την απαιτούμενη δυναμική μεσομακροπρόθεσμα στην ελληνική οικονομία. Είναι φανερό ότι απαιτείται διαφορετικό μείγμα οικονομικής πολιτικής στο οποίο δεν πιστεύει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ.

 

Η επιστροφή της χώρας στην κανονικότητα δεν μπορεί να διαρκέσει για πολλά χρόνια, καθώς θα προκληθούν οξύτατες κοινωνικές αντιδράσεις. Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι με προβλέψεις ποσοστών ανεργίας 22,2% για το 2017 και 20,3% για το 2018 όπως αυτές περιέχονται στις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ελληνική οικονομία. Όπως δεν μπορεί να είμαστε ικανοποιημένοι με προβλέψεις διεθνών οργανισμών για ανεργία στο 12% το 2040 και 6% το 2060!

`

Όλοι θέλουμε να ξαναγυρίσει η οικονομία σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης αλλά ρυθμοί κάτω του 4% δεν πρόκειται να αποκλιμακώσουν γρήγορα την ανεργία. Όπως επίσης πλεονάσματα του 3,5% για κάποια χρόνια υπονομεύουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και δεν έχουν επιτευχθεί στην παγκόσμια οικονομική ιστορία.

 

Τι μπορεί να γίνει; Αν η οικονομία δεν αποκτήσει μια αναπτυξιακή δυναμική, η χώρα δεν θα μπορέσει να βγει στις αγορές το 2018 και έτσι το 4ο μνημόνιο θα είναι μονόδρομος. Το 4ο μνημόνιο μπορεί να αποφευχθεί αν αλλάξουμε έγκαιρα οικονομική πολιτική και στηριχθούμε στους άξονες: της μείωσης της φορολογίας, της περικοπής στοχευμένων δαπανών, των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της προσέλκυσης επενδύσεων μέσα σε κλίμα βεβαιότητας. Οι χώρες της Ε.Ε. που μπήκαν σε μνημόνιο και βγήκαν πριν από εμάς, αυτή τη συνταγή ακολούθησαν. Ακόμα και οι  δανειστές μας συστήνουν στην κυβέρνηση μείωση της φορολογίας, γιατί διαπιστώνουν ότι με τη σημερινή συνταγή δε μπορεί να τεθεί η ελληνική οικονομία σε τροχιά βιώσιμης υψηλής ανάπτυξης.

 

Για να εφαρμόσει μια κυβέρνηση αυτή τη συνταγή θα πρέπει και να την πιστεύει. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ακολουθεί μια πολιτική υπερφορολόγησης, κρατισμού και αναξιοκρατίας.  Δεν πιστεύει στο μικρομεσαίο επαγγελματία, έμπορο, επιχειρηματία ως συνεργάτη στην προσπάθεια να ανακάμψει η τοπική και η εθνική οικονομία, αλλά τον αντιμετωπίζει σαν πηγή είσπραξης φορολογικών εσόδων. Δεν πιστεύει στις μεγάλες επενδύσεις και το έχει αποδείξει στην περίπτωση του Ελληνικού. Δεν πιστεύει στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις γιατί είναι εγκλωβισμένη σε λαϊκίστικες ιδεοληψίες. Συμφωνεί με τους δανειστές καταστροφικά μέτρα όπως να περιοριστεί το μερίδιο της Δ.Ε.Η. από το 95% της  αγοράς, στο 50% μέχρι το 2020 με μηδενικό οικονομικό αντάλλαγμα για την επιχείρηση και το Δημόσιο.

 

Αντιθέτως, η Νέα Δημοκρατία έχει ανακοινώσει το κυβερνητικό πρόγραμμα που θα ακολουθήσει για την οικονομία. Μια βασική διαφορά μας έναντι της κυβέρνησης εντοπίζεται στην πίστη μας στην επιχειρηματικότητα, σε χαμηλότερη φορολογία, σε αποτελεσματικότερο και νοικοκυρεμένο Δημόσιο και στις μεταρρυθμίσεις. Ο Πρόεδρός μας Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πετύχει να πείσει τους πολίτες ότι η ΝΔ δεν θα υποσχεθεί εύκολες λύσεις σε σύνθετα προβλήματα αλλά θα είναι το κόμμα που θα εξηγήσει στους Έλληνες ότι έχουμε ένα σχέδιο για το πως θα πάμε στο μέλλον, για το πως θα πετύχουμε την ανάπτυξη, για το πως θα δημιουργήσουμε δουλειές.

 

Οι δανειστές μας μπορούν να πεισθούν και να διορθώσουν τα αδύνατα σημεία του προγράμματος. Γιατί είναι και δική τους ευθύνη η συμφωνία σε λάθος μέτρα όπως η υπερφορολόγηση που δεν λειτουργεί υπέρ της ανάπτυξης. Αυτό που χρειάζεται να γίνει, και προσωπικά το ακολούθησα την περίοδο της θητείας μου στο Υπουργείο Οικονομικών, είναι με επιχειρήματα και αριθμούς, να τους δείξουμε πώς και από πού θα περικόψουμε δαπάνες, και πώς θα μειώσουμε τη φορολογία για να αποκαταστήσουμε την ισορροπία στην εθνική οικονομία. Με λίγα λόγια, χρειάζονται επιχειρήματα για να πειστούν. Μπορούμε να το πετύχουμε γιατί και στο παρελθόν με τον ίδιο τρόπο το πετύχαμε.

 

Η οικονομική πολιτική που με σαφήνεια και ειλικρίνεια  υποστηρίζει η ΝΔ είναι ο μόνος δρόμος ώστε να διώξουμε την αβεβαιότητα, να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών να βγούμε από το Μνημόνιο και να οδηγηθούμε από την ύφεση σε μια πορεία σταθερής, βιώσιμης ανάπτυξης που θα ανακουφίσει τους Έλληνες.