Όταν η χυδαιότητα ανάγεται σε μαγκιά-Γράφει η Νικολέττα Κατσιδήμα - Λάγιου

Η χυδαιολογία κάποτε ήταν σοκαριστική. Τώρα η «κακιά» λέξη έχει αποφορτιστεί, δεν είναι και τόσο «κακιά».

Είναι μάλλον ουδέτερη, καθημερινή. Σ’ αυτό φυσικά έχει συντελέσει κι η προβολή του ευτελούς, του ανώμαλου (ή του φρικιαστικού σε άλλες περιπτώσεις), επειδή ακριβώς ποντάρουμε στη λατρεία της «σκληρής λέξης» για να αυξήσουμε τη θεαματικότητα. Το υβρεολόγιο κυριαρχεί κι αποτελεί το δεδομένο. Τα αντανακλαστικά μας απέναντί του έχουν εξαφανιστεί ή στην καλύτερη των περιπτώσεων ατονήσει, γιατί ακριβώς έχει εμποτίσει όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας.

Και θα ξεκινήσω από το κεφάλι, απ’ όπου συνήθως βρωμάει το ψάρι. Ο πολιτικός λόγος χαρακτηρίζεται ως επί το πλείστον από απρέπεια. Πριν κάποια χρόνια κυριακάτικη εφημερίδα είχε ως δώρο cd με μία ομιλία του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Ελληνικό κοινοβούλιο. Η σύγκριση με το σήμερα ήταν μοιραία και αποκαρδιωτική. Δεν ήταν μόνο η ευρύτητα των γνώσεων και η βαθυστόχαστη σκέψη που καθήλωνε τον ακροατή αλλά κι ο πολιτισμός της γλώσσας που δεν υπέκυπτε σε λαϊκίστικες μιμήσεις της υποτιθέμενης «γλώσσας του λαού», αλλά στεκόταν στο υψηλό βάθρο που η ιστορία τής έταξε να στέκει. Και το τραγικό είναι ότι σήμερα η προστυχολογία έχει αναχθεί ως μαγκιά. Η έλλειψη στοιχειώδους λεκτικής αυτοπειθαρχίας κι αυτολογοκρισίας, ως γενναιότητα κι ως οφειλόμενη προς την αυτού μεγαλειότητά μας άμυνα διά της μεθόδου της επίθεσης. Η λέξη όμως δεν είναι απλά συνδυασμός ήχων ∙  είναι φορέας νοηματοδότησης του μέσα και του έξω κόσμου μας. Γι’ αυτό και πολλές φορές δεν περιορίζεται ο υβριστής σε αυτήν. Ως γνήσιος «ρητήρ μύθων και πρηκτήρ έργων» (εκ του αντιθέτου) προβαίνει και σε αντίστοιχες πράξεις βίας. Είναι δεδομένο ότι τίποτα δεν θα πάει μπροστά πηγαίνοντας … πίσω. Όμως στην περίπτωση του πολιτικού λόγου, ίσως να ήταν ένα ωραίο άλμα στο μέλλον η μίμηση της κοινοβουλευτικής γλώσσας του παρελθόντος.

Με εκπληκτική ευκολία ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε πρόσφατα τις αφρικανικές χώρες ως «απόπατους». Πολλές από αυτές δέχτηκαν την ισχυρή  βοήθεια των ΗΠΑ προκειμένου να καταστραφούν είτε από μακροχρόνιους πολέμους, είτε από την καταλήστευση των φυσικών τους πόρων με τη συνέργεια των εθνικών, προοδευτικών κυβερνήσεών τους, είτε με τον «μεγαλόψυχο» υπερδανεισμό τους. (Κάτι ξέρουμε εμείς από αυτό το τελευταίο. Η ευθύνη του θύματος σ’ αυτήν την περίπτωση είναι μεν υπαρκτή αλλά σαφώς μικρότερη από την ευθύνη που φέρει ο θύτης). Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι η λέξη δομείται από σκέψη κι ότι επομένως η φύση της λέξης χαρακτηρίζει αυτή καθεαυτή τη λέξη και το στόμα που την εκτοξεύει. Κι όσο τραγικό είναι να αποκαλούν επίσημα, πλανητικά χείλη τις χώρες και τους πληθυσμούς τους ως βόθρους, άλλο τόσο αποκαρδιωτικό είναι να ακούς τον χαρακτηρισμό «Fucking bastard» για τον Τραμπ από τον Ντε Νίρο. Το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η ύψωση της ευτέλειας εις τον κύβο κι όχι η απαλοιφή της.

Αφθονούν δυστυχώς και τα παραδείγματα από την καθημερινότητά μας. Σε κυριακάτικο αγώνα μπάσκετ μεταξύ δεκαπεντάχρονων  φίλαθλος στις κερκίδες έλουζε με ευφάνταστους – ομολογώ – από φιλολογικής απόψεως έστω, χαρακτηρισμούς το διαιτητή, κάθε φορά που Αυτός ο Ανυπέρβλητος κριτής του αγώνα θεωρούσε πως το σφύριγμα ήταν λάθος ή πως υπήρχε παράβαση υπέρ της ομάδας που υποστήριζε κι όχι αντίστοιχο σφύριγμα!  Οι μπασκετικές Κυριακές μου συχνά «διανθίζονται» με τέτοια περιστατικά.

Η λεκτική βία έχει απενοχοποιηθεί και πλέον δεν σοκάρει. Κανείς δεν αισθάνεται αμήχανα μπροστά στις ύβρεις σε σημείο που να θέλει να αποχωρήσει. Είτε επικροτεί, αν συμμερίζεται την οπτική του υβριστή, είτε εκτοξεύει αντίστοιχους πυραύλους στον διαμαρτυρόμενο, αν διαφωνεί μαζί του.

Οι έχοντες μακρά καριέρα στη σιωπή (σε όλα τα «γήπεδα» της ζωής) είναι καταδικασμένοι να χάνουν σ’ αυτά τα «δικαστήρια» με τις διά βοής αποφάσεις. Και τα παραδείγματα συνεχίζονται.

Η πρωτοβουλία μου (γιατί τελικά περί πρωτοβουλίας πρόκειται κι όχι για κίνηση επιβαλλόμενη από τον Κ.Ο.Κ.) να σταματήσω στη διάβαση του κάτω μέρους της πλατείας Γεωργίου για να περάσουν οι πεζοί, απεδείχθη τελικά εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Το πίσω από εμένα αυτοκίνητο, μην περιμένοντας την απροσδόκητη για τα ελληνικά δεδομένα κίνησή μου (μόνο στο κόκκινο σταματάμε… κι αυτό όχι πάντα) κόντεψε να πέσει πάνω μου. «Προχώρα ρε π...ρα» ήταν το παράσημο που παρέλαβα. Προφανώς δεν είχε δει ότι είμαι θηλυκού γένους. Ίσως τότε να περνάγαμε από το ορεκτικό στο κυρίως πιάτο του δόγματος «γυναίκα και τιμόνι» και να επεδείκνυε έτι περαιτέρω το πλούσιο λεξιλόγιό του. Δεν τράβηξα χειρόφρενο, δεν κατέβηκα, περίμενα να περάσουν οι πεζοί και συνέχισα. Είμαι απ’ αυτούς που κάνουν καριέρα στη σιωπή ελπίζοντας ότι η μη απάντηση θα γίνει κάποτε αντιληπτή ως απάντηση.

Υ.Γ  Υπάρχει βέβαια κάτι χειρότερο από τη λεκτική χυδαιολογία. Η χυδαία συμπεριφορά που ενδύεται ένα ευγενικό, κόσμιο (κι άρα υποκριτικό) λεκτικό περίβλημα. Άφθονα και σ’ αυτήν την περίπτωση τα παραδείγματα.