ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΠΟΥΡΔΟΥΛΗ- "Του Χριστού τα πάθη", τα κάλαντα της Μ. Παρασκευής στο Ανω Καστρίτσι

Toυ Κώστα Μπουρδούλη, πρώην προέδρου του Δημοτικού Συμβουλίου Πάτρας

Κάθε Μεγάλη Παρασκευή, στο ολόλευκο από τις ανθισμένες κερασιές χωριό μου το Άνω Καστρίτσι της Πάτρας, όλα τα αγόρια, λέγαμε «Του Χριστού τα Πάθη».
Επειδή δεν υπήρχαν ρολόγια ξεκινάγαμε, λίγο πριν το γλυκοχάραμα, όταν ένα αστέρι, που είχαμε για σημάδι, έφτανε σε ένα συγκεκριμένο σημείο του ουρανού.
Φυσικά δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και για να βλέπουμε είχαμε ένα φαναράκι που έκαιγε λάδι.
Είχαμε μαζί μας και ένα μακρύ ξύλο ή μια γκλίτσα, για να προστατευόμαστε από τα σκυλιά και ένα κοφινάκι για τα αυγά.
• Λόγω της φτώχειας που επικρατούσε, και επειδή τα λίγα χρήματα που μπορεί να υπήρχαν σε κάθε οικογένεια δεν έφθαναν ούτε για τα άκρως απαραίτητα, σε κάθε σπίτι που τα «λέγαμε», μας έδιναν ένα ή δύο αυγά.

Του «Χριστού τα Πάθη», όπως τα «λέγαμε» τότε.
Σήμερα μαύρος ουρανός.
Σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά,
οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν τον Χριστό
των Πάντων Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε
να μπει σε περιβόλι,
δείπνο να λάβει μυστικόν
να μην τον μάθουν όλοι.

Η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της,
τις προσευχές της έκανε
για τον μονογενή της.
Ξάφνου φωνή εξ ουρανού,
απ΄ Αρχαγγέλου στόμα,
«σώνουν κυρά μου οι προσευχές,
σώνουν και οι μετάνοιες.
Το γιό σου τον επιάσανε
και σαν ληστή τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυρανάννε.
Και τον χαλκιά διατάξανε.
Χαλκιά χαλκιά φτιάξε καρφιά,
φτιάξε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος
βαρεί και φτιάχνει πέντε.
Συ Φαραέ που τάφτιαξες
πρέπει να μας διατάξεις.
Βάλτε τα δυό στα χέρια του
και τ’ άλλα δυό στα πόδια.
Το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε του στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό
να λιγωθεί η καρδιά του».

Η Παναγιά σαν τάκουσε
έπεσε και λιγώθη.
Σταμνιά νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο
και τρία νεροδόσταμο
για να της έρθει ο νούς της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός
και σαν της ήρθε ο νούς της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί,
φωτιά να πέσει μέσα,
ζητά γκρεμό να γκρεμισθεί
για τον μονογενή της.

Η Μάρθα η Μαγδαληνή
και του Λαζάρου η μάνα,
του Ιακώβου η αδελφή
και οι τέσσερις αντάμα,
πήρανε το στρατί στρατί,
πήραν το μονοπάτι.
Και το στρατί τις έβγαλε
μέσ΄ του ληστού τον πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστού
και πόρτα του Πιλάτου
και η πόρτα από τον φόβο της
ανοίγει μοναχή της.

Κοιτάει δεξά
κοιτάει ζερβά
κανέναν δεν γνωρίζει.
Κοιτάει και δεξιότερα
βλέπει τον Αηγιάννη.
Άγε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γιού μου,
μην είδες τον ιγιούλη μου
και σε τον δάσκαλό σου.

Δεν έχω στόμα να σου πω,
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χειροπάλαμο
για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή
ακάνθινο στεφάνι,
αυτός είναι ο γιούλης σου
και με ο δάσκαλός μου.

Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε
κοντά τον πλησιάζει.
Δεν μου μιλάς παιδάκι μου
δεν μου μιλάς παιδί μου.
Τι να σου πώ μανούλα μου
που διάφορο δεν έχεις.

Ταχιά το Μέγα Σάββατο,
το Μέγα μεσημέρι,
που θα λαλήσει ο πετεινός,
σημάνουν οι καμπάνες,
σημάνει και η Άγια Σοφιά
το Μέγα μοναστήρι.

Όποιος το ακούει σώζεται
και όποιος το λέει αγιάζει
και όποιος το καλοαφουγκραστεί
Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο
από τον Άγιο Τάφο.

Και του χρόνου.

* Του «Χριστού τα πάθη» μου τα έμαθε η ΜΑΝΑ μου η Ουρανία, που έχασα πριν από τέσσερα χρόνια.

* Φωτογραφία: Ανθισμένες κερασιές στο Άνω Καστρίτσι Πατρών.