ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ: Περί αριστείας...

Αν καταργήσουμε την αριστεία στα βραβεία μας αντί το γνωστό αρχαίο κλισέ «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων» θα λέει «Λαχνός 339, κληρωτίδα 16». Γιατί η αριστεία που τόσο αγάπησαν οι αρχαίοι μας και τόσο σνομπάρουμε εμείς που συγκρινόμαστε στα ίσα μαζί τους, αποτελεί ευγενή προσανατολισμό για το παιδί και τον άνθρωπο εν γένει. Δείχνει τον δρόμο σε παιδιά με δύσκολες συνθήκες διαβίωσης να αναδειχθούν και να προκόψουν, αντί να παραιτηθούν και να παρασυρθούν. Να ανυψώσουν τον εαυτό τους σε καλύτερο άνθρωπο που ως τέτοιος προσφέρει στο κοινό καλό.

Πολλοί μπερδεύουν την αριστεία με τον ελιτισμό που στηρίζεται σε ποικίλα αμφιλεγόμενα κριτήρια και δημιουργεί ανισότητες. Η ευγενής άμιλλα, άμεσα συνυφασμένη με την αριστεία, που αποτελούσε υψηλό ιδανικό στην αρχαιότητα παρακινεί κάθε ένα μικρό κύτταρο από σχολική τάξη, αθλητική ομάδα, έως μουσική μπάντα σε διαρκή εξέλιξη στην επιστήμη, την τέχνη, τον αθλητισμό, με ανταμοιβή μόνο την ικανοποίηση από αυτό και το αποτέλεσμα του κόπου που προάγει πλέον τον κάθε τομέα και είναι κτήμα του κοινωνικού συνόλου.

Η κλήρωση στο Δημοτικό Σχολείο έχει περισσότερες και βαθύτερες αναγνώσεις από το «να μην στενοχωριούνται τα παιδάκια» που κανείς δε θέλει να στενοχωριούνται. Επιτρέψτε μου όμως με μια γρήγορη ματιά στην ελληνική οικογενειακή και κοινωνική πραγματικότητα να αμφιβάλλω πολύ αν βρίσκουν χώρο τα σημερινά παιδιά να στενοχωρηθούν για τη σημαία. Αν στόχος μας ήταν η αποφυγή της βαθμοθηρίας, της αποστήθισης κ.α. τότε θα έπρεπε να αναβαθμίσουμε ποιοτικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα και τους εκπαιδευτικούς μας. Κι αν το θέμα είναι αν αξίζει ένα παιδί με 10 περισσότερο από ένα άλλο με 9 που τα καταφέρνει σε πιο αντίξοες συνθήκες, τότε ο τομέας που πρέπει να ανοίξει προς διαπραγμάτευση είναι γνωστός, ανήκει στην επιστήμη της Παιδαγωγικής και της Διδακτικής και λέγεται Αξιολόγηση.

Με την κλήρωση απαξιώνεται στη συνείδηση του παιδιού (και του γονέα) η τιμή του να φέρει κάποιος τη σημαία. Παύει να είναι τιμή που αποδίδεται σε μαθητή που ως άριστος προσφέρει στο κοινωνικό σύνολο, όντας η καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Συνεπώς, το ίδιο κάνει στο παιδί αν υπάρχει σημαιοφόρος ή όχι, αν υπάρχει παρέλαση ή όχι. Κι εδώ ερχόμαστε στο προκείμενο: τις μισητές παρελάσεις. Το αν συμφωνεί κανείς να παραμείνουν ή να καταργηθούν είναι άλλο θέμα. Όμως μια Δημοκρατία που σέβεται τον εαυτό της και τον πολίτη έχει τρόπο άμεσης εκδήλωσης της λαϊκής βούλησης: την ψήφο. Αν όμως κάτι όπως οι παρελάσεις που ακόμα έχει απήχηση χάσει προοδευτικά, με τα χρόνια την αξία του (το σχολείο είναι μία μόνο συνιστώσα της απαξίωσης) κι αν αυτό φωλιάσει ήδη από το Δημοτικό στα παιδιά, τότε η ψήφος του μέλλοντος θα διαφοροποιείται ευχάριστα από αυτή του παρόντος.

Εκ πρώτης φαίνεται μη βλαπτικό μέτρο ή ίσως και καλό και ανούσια η συζήτηση για τόσο μικρά παιδιά. Είναι αναμενόμενο ότι η εφαρμογή και η εσωτερίκευση του μέτρου από τα παιδιά του Δημοτικού δημιουργεί τις βάσεις για να επεκταθεί για τα ίδια παιδιά και στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση και γιατί όχι -αφού έτσι θα έχουν συνηθίσει- και στην Τριτοβάθμια.

Το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου είναι ότι η κλήρωση αποπροσανατολίζει το παιδί προς μια κατεύθυνση τυχαιότητας έως τυχοδιωκτισμού (αφού ο σκοπός επιτυγχάνεται τυχαία, γιατί να προσπαθήσουμε;) Αποδομεί βασικούς κοινωνικούς κανόνες παγκόσμιας ισχύος που αύριο θα κληθεί να ακολουθήσει το παιδί και δε θα είναι προετοιμασμένο από αυτόν που όφειλε να το έχει προετοιμάσει: το εκπαιδευτικό σύστημα. Άρα θα υστερεί. Ο νέος που θα θελήσει να συνεχίσει τις σπουδές του θα αξιολογηθεί ανάλογα με το πόσο καλός είναι. Διαφορετικά θα πρέπει να επινοήσουμε κριτήρια αξιολόγησης μη αντικειμενικά και να στηρίξουμε τις κοινωνικές δομές μας σε αυτά. Ο αθλητής που αγωνίζεται σε μια διοργάνωση δεν θα πάρει μετάλλειο μετά από κλήρωση. Και θα πρέπει να έχει μάθει να αποδέχεται τον συναθλητή του που νίκησε επειδή ήταν καλύτερος. Ο νέος που θα πάει σε συνέντευξη για δουλειά, δε θα τον πάρουν με κλήρωση, αλλά επειδή θα είναι καλύτερος, «πιο άριστος» από κάποιον άλλον. Τότε αλήθεια, θα παραχωρήσει τη θέση του επειδή αρνείται την αριστεία;

 

 

Σταυρούλα Δημητριάδου, Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, Υποψήφια Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών.