Έλληνας πίσω από την ανάπτυξη υψηλής ακρίβειας χειρουργικού ρομπότ

Μια ομάδα των χειρουργών και μηχανικών του Inselspital Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βέρνης και του  Κέντρου Βιοϊατρικής Μηχανικής Έρευνας ARTORG στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης ανέπτυξαν ένα υψηλής ακρίβειας χειρουργικό ρομπότ για κοχλιακή εμφύτευση. Στην ομάδα βρίσκεται και ένας Έλληνας ερευνητής.

Η κλινική δοκιμή έγινε από γιατρούς και βιοϊατρικούς μηχανικούς του Πανεπιστημίου της Βέρνης στην Ελβετία, με επικεφαλής τον καθηγητή Στέφαν Βέμπερ και παρουσιάσθηκε στο περιοδικό ρομποτικής “Science Robotics“. Μεταξύ των ερευνητών ήταν ο Γιώργος Μαντοκούδης, επικεφαλής του Κέντρου Κοχλιακών Εμφυτευμάτων του Ωτορινολαρυγγολογικού Τμήματος Πανεπιστημίου και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Βέρνης.

Μια 51χρονη γυναίκα, που ήταν τελείως κωφή λόγω κάποιας σπάνιας αυτοάνοσης πάθησης, είναι η πρώτη ασθενής στον κόσμο, στην οποία πραγματοποιήθηκε με επιτυχία ρομποτική επέμβαση για την τοποθέτηση ενός ηλεκτρονικού κοχλιακού εμφυτεύματος στο εσωτερικό τμήμα του δεξιού αυτιού της, προκειμένου να βελτιωθεί η ακοή της. Η γυναίκα είναι πλέον σε θέση να επικοινωνεί σε ένα βαθμό ακόμη και μέσω του τηλεφώνου.

Πως λειτουργεί το ρομπότ

Το ρομποτικό σύστημα, το οποίο αποδείχθηκε ασφαλές, διαθέτει μια οπτική κάμερα που κατευθύνει το ρομπότ με ακρίβεια της τάξης των 25 μικρομέτρων (εκατομμυριοστών του μέτρου), εξελιγμένους αισθητήρες, καθώς και ένα ρομποτικό βραχίονα υψηλής ακριβείας, της μεγαλύτερης από κάθε άλλη ιατρική ρομποτική συσκευή του είδους της. Χάρη στο νέο ρομποτικό χειρουργικό σύστημα, οι επιστήμονες ελπίζουν ότι θα βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των επεμβάσεων για την εισαγωγή κοχλιακών εμφυτευμάτων, μια διαδικασία πολύ λεπτή, όπου το παραμικρό λάθος μπορεί να κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά στο αυτί του ασθενούς.

Περιγράφοντας τα στοιχεία ασφαλείας, ο καθηγητής Weber του  Κέντρου Βιοϊατρικής Μηχανικής Έρευνας ARTORG, εξηγεί: «Το ρομπότ βασίζεται σε μια σειρά από αισθητήρες, οι οποίοι είναι ένα υψηλής ακρίβειας οπτικό σύστημα παρακολούθησης, ένας αισθητήρας για την αντίσταση που μπορεί να “αισθάνεται” την υφή του οστού ενώ κάνει διάτρηση, και ένας ανιχνευτής σαν ραντάρ που στέλνει μικρούς ηλεκτρικούς παλμούς εντός του οστού με νευρική διέγερση από την οποία το ρομπότ μπορεί να υπολογίσει εάν βρίσκεται ή όχι στην προσχεδιασμένη τροχιά».

“Αυτή η πρώτη Ρομποτική Εμφύτευση είναι το αποτέλεσμα μιας δεκαετίας διεπιστημονικής έρευνας από μια ομάδα βιοϊατρικών μηχανικών, νευροακτινολόγων, νευρολόγων, ακουολόγων και χειρουργών», λέει ο καθηγητής Marco Caversaccio του Τμήματος ΩΡΛ, Χειρουργικής Κεφαλής και Τραχήλου του Inselspital.